βλάβη


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
βλάβη damage
  malfunction
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
breakdown n (car, machine: failure)βλάβη ουσ θηλ
 Mary had a breakdown on the way to work, which caused her to be late.
glitch n (computer bug)πρόβλημα ουσ ουδ
  σφάλμα ουσ ουδ
  βλάβη ουσ θηλ
 Ron called the IT guy to fix a glitch in the program.
impairment n (of ability: person)βλάβη ουσ θηλ
  πρόβλημα ουσ ουδ
 Peter went to the doctor and got a hearing aid to deal with his hearing impairment.
detriment n (loss, damage)φθορά, ζημιά, απώλεια, βλάβη ουσ θηλ
detriment n (cause of harm)φθορά, ζημιά, βλάβη ουσ θηλ
harm n (emotional hurt)βλάβη ουσ θηλ
 Sue admitted that she had suffered harm as a result of her husband's unfaithfulness.
insult n (medical: trauma)βλάβη ουσ θηλ
 The patient had suffered a huge insult to his kidneys.
harm n (damage)βλάβη, ζημιά ουσ θηλ
  κακό ουσ ουδ
 The harm done to the environment by strip mining was very serious.
harm n figurative (conceptual damage)βλάβη ουσ θηλ
 The lack of empirical evidence does harm to the theory.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
impairment n (of ability: thing)βλάβη ουσ θηλ
  πρόβλημα ουσ ουδ
 Bob's job was to find and resolve impairments in the machinery.
injury n (legal) (φήμης, ιδιοκτησίας)προσβολή ουσ θηλ
  (σωματική, ηθική)βλάβη ουσ θηλ
 Gary sued the company for injuries to his reputation.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
Actual Bodily Harm n UK (law: physical injury) (νομική)απλή σωματική βλάβη φρ
brain damage n (injury to the brain)εγκεφαλική βλάβη ουσ θηλ
 The driver suffered severe brain damage in the accident.
brain damage n (impaired mental functioning)εγκεφαλική βλάβη ουσ θηλ
 The patient's brain damage prevents control of bodily movements.
burnout n (electricity: overheating)βλάβη λόγω υπερθέρμανση περίφρ
cause harm vtr + n (do damage or hurt)βλάπτω ρ μ
  προξενώ βλάβη, προκαλώ βλάβη περίφρ
  (καθομιλουμένη)κάνω κακό περίφρ
  κάνω ζημιά περίφρ
harm n (injury)τραυματισμός ουσ θηλ
  (επίσημο)σωματική βλάβη φρ ως ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)χτύπημα ουσ ουδ
 Luckily nobody came to any harm in the accident.
personal injury n (injury to an individual)σωματική βλάβη επίθ + ουσ θηλ
 After the accident, she looked for an attorney who would represent her in a personal injury lawsuit.
psychological damage n (adverse mental effects)ψυχολογικό τραύμα φρ ως ουσ ουδ
  ψυχολογική βλάβη φρ ως ουσ θηλ
skin lesion n (diseased patch or spot on the body)δερματική βλάβη επίθ + ουσ θηλ
sun damage n (skin harmed by overexposure to sun) (στο δέρμα)βλάβη από τον ήλιο περίφρ
thermal damage n (deterioration due to heat)θερμική βλάβη επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση βλάβη στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'βλάβη'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: clear | tie

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.