δημοτικότητα

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
δημοτικότητα popularity
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
popularity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (being widely liked)δημοτικότητα ουσ θηλ
  το να είμαι δημοφιλής περίφρ
 High school students are often concerned about popularity.
 Τους μαθητές γυμνασίου συχνά τους απασχολεί η δημοτικότητά τους.
 Τους μαθητές γυμνασίου συχνά τους απασχολεί το να είναι δημοφιλείς.
popularity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (favour)αποδοχή ουσ θηλ
  δημοτικότητα ουσ θηλ
 The product enjoys great popularity among urban professionals.
 Το προϊόν έχει ευρεία αποδοχή από τους επαγγελματίες των αστικών περιοχών.
vogue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (currency)δημοτικότητα ουσ θηλ
  επικαιρότητα ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
mass appeal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wide popularity)τεράστια απήχηση, μαζική απήχηση επίθ + ουσ θηλ
  τεράστια δημοτικότητα επίθ + ουσ θηλ
popularize,
popularize [sth],
UK: popularise,
popularise [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(make popular) (επίσημο)καθιστώ δημοφιλή περίφρ
  αυξάνω τη δημοτικότητα περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση δημοτικότητα στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'δημοτικότητα'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης