δημοτικότητα


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
δημοτικότητα popularity
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
popularity n (being widely liked)δημοτικότητα ουσ θηλ
  το να είμαι δημοφιλής περίφρ
 High school students are often concerned about popularity.
 Τους μαθητές γυμνασίου συχνά τους απασχολεί η δημοτικότητά τους.
 Τους μαθητές γυμνασίου συχνά τους απασχολεί το να είναι δημοφιλείς.
popularity n (favour)αποδοχή ουσ θηλ
  δημοτικότητα ουσ θηλ
 The product enjoys great popularity among urban professionals.
 Το προϊόν έχει ευρεία αποδοχή από τους επαγγελματίες των αστικών περιοχών.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
mass appeal n (wide popularity)τεράστια απήχηση, μαζική απήχηση επίθ + ουσ θηλ
  τεράστια δημοτικότητα επίθ + ουσ θηλ
popularize,
popularize [sth],
also UK: popularise [sth]
vtr
(make [sth] popular)κάνω κτ δημοφιλές, κάνω κτ της μόδας περίφρ
  (επίσημο)καθιστώ κτ δημοφιλές περίφρ
  αυξάνω τη δημοτικότητα περίφρ
 The celebrity popularized a new hairstyle.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση δημοτικότητα στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'δημοτικότητα'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: away | fair

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.