εκποίηση


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
divestiture,
UK: disinvestment
n
US (sale of subsidiary) (θυγατρικής εταιρίας)πώληση ουσ θηλ
  εκποίηση ουσ θηλ
  (σε κάποιον άλλο)μεταβίβαση ουσ θηλ
divestiture,
UK: disinvestment
n
US (sale of property by court order)εκποίηση ουσ θηλ
divestment n (selling [sth] off)εκποίηση, πώληση ουσ θηλ
  (οικονομία)αποεπένδυση ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση εκποίηση στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'εκποίηση'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης