εκποίηση

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
divestiture,
UK: disinvestment
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (sale of subsidiary) (θυγατρικής εταιρίας)πώληση ουσ θηλ
  εκποίηση ουσ θηλ
  (σε κάποιον άλλο)μεταβίβαση ουσ θηλ
divestment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (selling [sth] off)εκποίηση, πώληση ουσ θηλ
  (οικονομία)αποεπένδυση ουσ θηλ
divestiture,
UK: disinvestment
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (sale of property by court order)εκποίηση ουσ θηλ
clearance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (closeout: sale to clear stock)ξεπούλημα ουσ ουδ
  (επίσημο)εκποίηση ουσ θηλ
 I bought a dress on clearance.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
distress sale nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (forced sale of [sb]'s property)εκποίηση υπό καθεστώς δυσμενών συνθηκών περίφρ
  πώληση λόγω ανάγκης περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση εκποίηση στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'εκποίηση'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης