εκποίηση


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
divestiture (US),
divestment (UK)
n
(sale of subsidiary) (θυγατρικής εταιρίας)πώληση ουσ θηλ
  εκποίηση ουσ θηλ
  (σε κάποιον άλλο)μεταβίβαση ουσ θηλ
divestment n (selling [sth] off)εκποίηση, πώληση ουσ θηλ
  (οικονομία)αποεπένδυση ουσ θηλ
divestiture (US),
divestment (UK)
n
(sale of property by court order)εκποίηση ουσ θηλ
clearance n (closeout: sale to clear stock)ξεπούλημα ουσ ουδ
  (επίσημο)εκποίηση ουσ θηλ
 I bought a dress on clearance.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
distress sale n (forced sale of [sb]'s property)εκποίηση υπό καθεστώς δυσμενών συνθηκών περίφρ
  πώληση λόγω ανάγκης περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση εκποίηση στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'εκποίηση'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: pair | skirt

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.