εν ενεργεία


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
incumbent adj (person: current, in office)εν ενεργεία φρ ως επίθ
  τρέχων μτχ ενεστ
 The incumbent mayor has done a good job in his time in office.
practicing,
UK: practising
adj
US (active, working in: a profession)ενεργός επίθ
  (επίσημο)εν ενεργεία φρ ως επίθ
 He's been a practicing attorney for thirty years.
 Είναι εν ενεργεία δικηγόρος επί τριάντα χρόνια.
in service,
in-service
adj
(soldier: engaged in combat)εν ενεργεία φρ ως επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective comes before the noun it modifies.
 In-service soldiers who possess baccalaureate degrees may apply for Officer Candidate School.
in operation adj (functioning, active)εν ενεργεία έκφρ
  σε λειτουργία έκφρ
 After several delays the new factory is finally in operation.
on active duty expr (working as a soldier)σε ενεργό υπηρεσία περίφρ
  εν ενεργεία φρ
 Max won't be called to serve because he is no longer on active duty.
in service,
in-service
adj
(in or available for use)εν ενεργεία φρ ως επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective comes before the noun it modifies.
 Indonesia's Lion Air has a fleet of 94 in-service aircraft.
incumbent n (person in office at time of election) (ακολουθεί το αξίωμα)εν ενεργεία φρ ως επίθ
  τρέχων μτχ ενεστ
 The incumbent wins in most elections.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
sitting adj (holding office)εν ενεργεία φρ ως επίθ
 He will be the first sitting president to speak at our university.
active adj (military: on duty)εν ενεργεία φρ ως επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
commission n (active use, service)λειτουργία ουσ θηλ
  το να είναι κτ εν ενεργεία περίφρ
nonpracticing,
non-practicing,
UK: non-practising,
nonpractising
adj
US (not professionally active)ανενεργός επαγγελματικά επίθ + επίρ
  μη εν ενεργεία περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση εν ενεργεία στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'εν ενεργεία'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: bite | noodle

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.