εν ενεργεία

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
incumbent adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: current, in office)εν ενεργεία φρ ως επίθ
  τρέχων μτχ ενεστ
 The incumbent mayor has done a good job in his time in office.
practicing,
UK: practising
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
US (active, working in: a profession)ενεργός επίθ
  (επίσημο)εν ενεργεία φρ ως επίθ
 He's been a practicing attorney for thirty years.
 Είναι εν ενεργεία δικηγόρος επί τριάντα χρόνια.
in operation adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (functioning, active)εν ενεργεία έκφρ
  σε λειτουργία έκφρ
 After several delays the new factory is finally in operation.
incumbent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person in office at time of election) (ακολουθεί το αξίωμα)εν ενεργεία φρ ως επίθ
  τρέχων μτχ ενεστ
 The incumbent wins in most elections.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
nonpracticing,
non-practicing,
UK: non-practising,
nonpractising
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
US (not professionally active)ανενεργός επαγγελματικά επίθ + επίρ
  μη εν ενεργεία περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση εν ενεργεία στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'εν ενεργεία'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης