εν ενεργεία


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
active adj (functioning, operating) (εν λειτουργία)ενεργός επίθ.
  (επίσημο)εν ενεργεία εμπρ.
practicing,
UK: practising
adj
US (active, working in: a profession)ενεργός επίθ.
  (επίσημο)εν ενεργεία εμπρ.
 He's been a practicing attorney for thirty years.
 Είναι εν ενεργεία δικηγόρος επί τριάντα χρόνια.
in operation adj (functioning, active)εν ενεργεία έκφρ.
  σε λειτουργία έκφρ.
 After several delays the new factory is finally in operation.
nonpracticing,
non-practicing,
UK: non-practising,
nonpractising
adj
US (not professionally active)ανενεργός επαγγελματικά επίθ + επίρ
  μη εν ενεργεία περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση εν ενεργεία στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'εν ενεργεία'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης