εν λόγω


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
(the) said adj (already mentioned)εν λόγω φρ ως επίθ
  προαναφερθείς μτχ ενεστ
  προαναφερόμενος μτχ πρκ
  (επίσημο)περί ου ο λόγος φρ
 The said person then tried to escape.
specified adj (named specifically)συγκεκριμένος μτχ πρκ
  που προσδιορίζεται περίφρ
  (επίσημο)εν λόγω φρ ως επίθ
 The specified username already exists. Please create a new account.
foresaid adj archaic (said previously)προαναφερόμενος μτχ ενεστ
  εν λόγω επίθ
  (επίσ)προαναφερθείς μτχ αορ
forementioned adj formal (cited previously)προαναφερόμενος μτχ ενεστ
  εν λόγω προθ + ουσ αρσ
  (επίσ)προαναφερθείς μτχ αορ
 We believe that the forementioned culprit is also responsible for several other robberies in the neighborhood.
 Πιστεύουμε πως ο προαναφερόμενος (or: προαναφερθείς) κατηγορούμενος ευθύνεται για αρκετές ακόμα ληστείες στη γειτονιά.
in question adv (being considered or discussed)υπό συζήτηση έκφρ
  εν λόγω έκφρ
 The judge noted that the legal precedent in question was quite tenuous.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
subject in question n (matter under discussion)εν λόγω θέμα περίφρ
  θέμα υπό εξέταση, θέμα υπό συζήτηση περίφρ
  συγκεκριμένο θέμα επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση εν λόγω στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'εν λόγω'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: cheer | flick

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.