εν λόγω

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'εν λόγω'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
(the) said adj (already mentioned)εν λόγω φρ ως επίθ
  προαναφερθείς μτχ ενεστ
  προαναφερόμενος μτχ πρκ
  (επίσημο)περί ου ο λόγος
 The said person then tried to escape.
foresaid adj archaic (said previously)προαναφερόμενος μτχ ενεστ
  εν λόγω επίθ
  (επίσ)προαναφερθείς μτχ αορ
in question adv (being considered or discussed)υπό συζήτηση έκφρ.
  εν λόγω έκφρ.
 The judge noted that the legal precedent in question was quite tenuous.
forementioned adj formal (cited previously)προαναφερόμενος μτχ ενεστ
  εν λόγω προθ + ουσ αρσ
  (επίσ)προαναφερθείς μτχ αορ
 We believe that the forementioned culprit is also responsible for several other robberies in the neighborhood.
 Πιστεύουμε πως ο προαναφερόμενος (or: προαναφερθείς) κατηγορούμενος ευθύνεται για αρκετές ακόμα ληστείες στη γειτονιά.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'εν λόγω' στον τίτλο:

See Google Translate's machine translation of 'εν λόγω'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.