εν λόγω

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
(the) said adj (already mentioned)εν λόγω φρ ως επίθ
  προαναφερθείς μτχ ενεστ
  προαναφερόμενος μτχ πρκ
  (επίσημο)περί ου ο λόγος
 The said person then tried to escape.
foresaid adj archaic (said previously)προαναφερόμενος μτχ ενεστ
  εν λόγω επίθ
  (επίσ)προαναφερθείς μτχ αορ
in question adv (being considered or discussed)υπό συζήτηση έκφρ.
  εν λόγω έκφρ.
 The judge noted that the legal precedent in question was quite tenuous.
forementioned adj formal (cited previously)προαναφερόμενος μτχ ενεστ
  εν λόγω προθ + ουσ αρσ
  (επίσ)προαναφερθείς μτχ αορ
 We believe that the forementioned culprit is also responsible for several other robberies in the neighborhood.
 Πιστεύουμε πως ο προαναφερόμενος (or: προαναφερθείς) κατηγορούμενος ευθύνεται για αρκετές ακόμα ληστείες στη γειτονιά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση εν λόγω στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'εν λόγω'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης