εν μέρει

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
εν μέρει partly, partially
  almost
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
partly adv (not completely)μερικώς επίρ.
  εν μέρει φρ ως επίρ
partially adv (partly) (επίσημο)μερικώς επίρ.
  (επίσημο)εν μέρει φρ ως επίρ
 The view is partially blocked by a skyscraper.
 Η θέα είναι εμποδίζεται μερικώς από έναν ουρανοξύστη.
 Η θέα είναι εμποδίζεται εν μέρει από έναν ουρανοξύστη.
partially adv (incompletely) (επίσημο)μερικώς επίρ.
  (επίσημο)εν μέρει φρ ως επίρ
 Partially completed applications will not be accepted.
 Οι μερικώς συμπληρωμένες αιτήσεις δε θα γίνουν αποδεκτές.
 Οι εν μέρει συμπληρωμένες αιτήσεις δε θα γίνουν αποδεκτές.
partway adv figurative (partially)μερικώς επίρ
  εν μέρει φρ ως επίρ
in part adv (partially)μερικώς επίρ.
  εν μέρει έκφρ
 I agree with you in part but not completely. Your answer is correct in part, but it needs further elaboration.
 Συμφωνώ μαζί σου εν μέρει (or: μερικώς) αλλά όχι εξ ολοκλήρου. Η απάντησή σου είναι μερικώς σωστή αλλά χρειάζεται επιπλέον επεξεργασία.
quasi-official adj (not fully authorized)εν μέρει επίσημος επίθ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει αντιστοιχία
 We're only a quasi-official body so we can do no more than advise you.
part adv (partly)εν μέρει, κατά ένα μέρος φρ ως επίρ
  μερικώς επίρ
 Sometimes I think my dog is part human.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση εν μέρει στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'εν μέρει'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης