εν μέρει


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
εν μέρει partly, partially
  almost
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
partial adj (not complete)μερικός επίθ
  εν μέρει φρ ως επίρ
 Adam delivered a partial translation to his client and promised to send the rest the following week.
partly adv (not completely)μερικώς επίρ
  εν μέρει φρ ως επίρ
 This shirt is partly made of cotton and partly of synthetic fibre.
partially adv (partly) (επίσημο)μερικώς επίρ
  (επίσημο)εν μέρει φρ ως επίρ
 The view is partially blocked by a skyscraper.
 Η θέα είναι εμποδίζεται μερικώς από έναν ουρανοξύστη.
 Η θέα είναι εμποδίζεται εν μέρει από έναν ουρανοξύστη.
in part adv (partially)μερικώς επίρ
  εν μέρει έκφρ
 I agree with you in part but not completely. Your answer is correct in part, but it needs further elaboration.
 Συμφωνώ μαζί σου εν μέρει (or: μερικώς) αλλά όχι εξ ολοκλήρου. Η απάντησή σου είναι μερικώς σωστή αλλά χρειάζεται επιπλέον επεξεργασία.
partially adv (incompletely) (επίσημο)μερικώς επίρ
  (επίσημο)εν μέρει φρ ως επίρ
 Partially completed applications will not be accepted.
 Οι μερικώς συμπληρωμένες αιτήσεις δε θα γίνουν αποδεκτές.
 Οι εν μέρει συμπληρωμένες αιτήσεις δε θα γίνουν αποδεκτές.
partway adv figurative (partially)μερικώς επίρ
  εν μέρει φρ ως επίρ
partly adv (reason: in part)μερικώς επίρ
  εν μέρει φρ ως επίρ
 Julie is leaving Carl, partly because of his bad temper and partly because he doesn't pay his fair share of the bills.
part adv (partly)εν μέρει, κατά ένα μέρος φρ ως επίρ
  μερικώς επίρ
 Sometimes I think my dog is part human.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
have a part in [sth] v expr (be partly responsible)φέρω μέρος της ευθύνης για κτ περίφρ
  είμαι εν μέρει υπεύθυνος για κτ περίφρ
  (μεταφορικά)παίζω κι εγώ ρόλο σε κτ φρ
 Lewis denied having a part in the attempted murder.
quasi-official adj (not fully authorized)εν μέρει επίσημος επίθ
Σχόλιο: δεν υπάρχει αντιστοιχία
 We're only a quasi-official body so we can do no more than advise you.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση εν μέρει στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'εν μέρει'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: press | haul

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.