εν μέρει

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
εν μέρει partly, partially
  almost
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
partial adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not complete)μερικός επίθ
  εν μέρει φρ ως επίρ
 Adam delivered a partial translation to his client and promised to send the rest the following week.
partly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (not completely)μερικώς επίρ
  εν μέρει φρ ως επίρ
 This shirt is partly made of cotton and partly of synthetic fibre.
partially advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (partly) (επίσημο)μερικώς επίρ
  (επίσημο)εν μέρει φρ ως επίρ
 The view is partially blocked by a skyscraper.
 Η θέα είναι εμποδίζεται μερικώς από έναν ουρανοξύστη.
 Η θέα είναι εμποδίζεται εν μέρει από έναν ουρανοξύστη.
in part advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (partially)μερικώς επίρ
  εν μέρει έκφρ
 I agree with you in part but not completely. Your answer is correct in part, but it needs further elaboration.
 Συμφωνώ μαζί σου εν μέρει (or: μερικώς) αλλά όχι εξ ολοκλήρου. Η απάντησή σου είναι μερικώς σωστή αλλά χρειάζεται επιπλέον επεξεργασία.
partially advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (incompletely) (επίσημο)μερικώς επίρ
  (επίσημο)εν μέρει φρ ως επίρ
 Partially completed applications will not be accepted.
 Οι μερικώς συμπληρωμένες αιτήσεις δε θα γίνουν αποδεκτές.
 Οι εν μέρει συμπληρωμένες αιτήσεις δε θα γίνουν αποδεκτές.
partway advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative (partially)μερικώς επίρ
  εν μέρει φρ ως επίρ
partly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (reason: in part)μερικώς επίρ
  εν μέρει φρ ως επίρ
 Julie is leaving Carl, partly because of his bad temper and partly because he doesn't pay his fair share of the bills.
part advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (partly)εν μέρει, κατά ένα μέρος φρ ως επίρ
  μερικώς επίρ
 Sometimes I think my dog is part human.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
have a part in [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be partly responsible)φέρω μέρος της ευθύνης για κτ περίφρ
  είμαι εν μέρει υπεύθυνος για κτ περίφρ
  (μεταφορικά)παίζω κι εγώ ρόλο σε κτ φρ
 Lewis denied having a part in the attempted murder.
quasi-official adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not fully authorized)εν μέρει επίσημος επίθ
Σχόλιο: δεν υπάρχει αντιστοιχία
 We're only a quasi-official body so we can do no more than advise you.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση εν μέρει στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'εν μέρει'.
Advertisements

Word of the day: Word of the Day Holiday Poem Contest

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης