εν μέρει

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'εν μέρει'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
partly adv (not completely)μερικώς επίρ.
  εν μέρει φρ ως επίρ
partially adv (partly) (επίσημο)μερικώς επίρ.
  (επίσημο)εν μέρει φρ ως επίρ
 The view is partially blocked by a skyscraper.
 Η θέα είναι εμποδίζεται μερικώς από έναν ουρανοξύστη.
 Η θέα είναι εμποδίζεται εν μέρει από έναν ουρανοξύστη.
partially adv (incompletely) (επίσημο)μερικώς επίρ.
  (επίσημο)εν μέρει φρ ως επίρ
 Partially completed applications will not be accepted.
 Οι μερικώς συμπληρωμένες αιτήσεις δε θα γίνουν αποδεκτές.
 Οι εν μέρει συμπληρωμένες αιτήσεις δε θα γίνουν αποδεκτές.
partway adv figurative (partially)μερικώς επίρ
  εν μέρει φρ ως επίρ
in part adv (partially)μερικώς επίρ.
  εν μέρει έκφρ
 I agree with you in part but not completely. Your answer is correct in part, but it needs further elaboration.
 Συμφωνώ μαζί σου εν μέρει (or: μερικώς) αλλά όχι εξ ολοκλήρου. Η απάντησή σου είναι μερικώς σωστή αλλά χρειάζεται επιπλέον επεξεργασία.
quasi-official adj (not fully authorized)εν μέρει επίσημος επίθ.
Note: δεν υπάρχει αντιστοιχία
 We're only a quasi-official body so we can do no more than advise you.
part adv (partly)εν μέρει, κατά ένα μέρος φρ ως επίρ
  μερικώς επίρ
 Sometimes I think my dog is part human.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'εν μέρει' στον τίτλο:

See Google Translate's machine translation of 'εν μέρει'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.