εναποθέτω

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'εναποθέτω'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
vested adj (power: invested, placed)εναποθέτω ρ μ
 Power to make such decisions is vested solely in the budget committee.
 Η εξουσία για τη λήψη τέτοιων αποφάσεων εναποτίθεται ολοκληρωτικά στην επιτροπή προϋπολογισμού.
deposit vtr (place)αποθέτω, εναποθέτω ρ.μετ.
  (καθομιλουμένη)βάζω ρ.μετ.
consign [sth] to [sth] vtr (entrust)αναθέτω, εναποθέτω ρ.μετ.
redeposit [sth] vtr (deposit again)εναποθέτω ξανά, αποθέτω ξανά
  (καθομιλουμένη)ξαναβάζω ρ μ
  (χρήματα στην τράπεζα)καταθέτω ξανά
  (καθομιλουμένη)ξανακαταθέτω ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση εναποθέτω στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'εναποθέτω'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης