επικριτικός

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'επικριτικός'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
critical adj (finding fault)επικριτικός επίθ.
 The professor was critical of many of the students.
 Ο καθηγητής ήταν επικριτικός προς πολλούς από τους φοιτητές.
judicial adj (person: judgmental)επικριτικός επίθ.
censorious adj (harshly critical)επικριτικός επίθ
deprecatory adj (disparaging)αποδοκιμαστικός επίθ
  επικριτικός επίθ
faultfinder n (critical person)επικριτικός επίθ ως ουσ
   (μτφ: επικριτικός)μίζερος επίθ ως ουσ
  γκρινιάρης ουσ αρσ
faultfinding
UK: fault-finding
adj
US (critical)επικριτικός επίθ
hypercritical adj (always finding fault)επικριτικός επίθ
  υπερβολικά επικριτικός
judgmental adj (person: moralizing)επικριτικός, αποδοκιμαστικός επίθ.
condemnatory adj (expressing disapproval)καταδικαστικός, αποδοκιμαστικός, επικριτικός επιθ
nonjudgmental
non-judgmental
UK: nonjudgemental
non-judgemental
adj
US (not morally critical)μη επικριτικός αρνητικό μόριο + επίθ
overcritical adj (harsh, constantly finding fault)πολύ επικριτικός επίθ
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'επικριτικός' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'επικριτικός'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.