ευδιάθετος


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
ευδιάθετος in a good mood
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
glad adj (cheerful)ευδιάθετος επίθ
  χαρωπός επίθ
  χαρούμενος μτχ ενεστ
 Just the thought of her made him glad all day.
in a good mood adj (cheerful)ευδιάθετος επίθ
 I got an excellent mark for my translation today, so I'm in a really good mood.
 Πήρα άριστα για τη μετάφρασή μου σήμερα και γι' αυτό είμαι ευδιάθετος.
cheerful adj ([sb]: happy) (κάποιος)εύθυμος, ευδιάθετος, πρόσχαρος, χαρωπός επίθ
 Fiona is usually cheerful in the morning.
hearty adj (speech, action: cordial) (λόγια, πράξεις)θερμός, εγκάρδιος, πηγαίος, ανυπόκριτος επίθ
  (άνθρωπος)ευδιάθετος, ανοιχτόκαρδος, διαχυτικός, θερμός, ορεξάτος επίθ
 First, we offer our hearty thanks to our hosts.
cheery adj (bright, cheerful)ευδιάθετος, πρόσχαρος, κεφάτος επίθ
jocund adj (jolly, merry)εύθυμος, ευδιάθετος, χαρωπός, κεφάτος επίθ
  χιουμοριστικός επίθ
  (για άνθρωπο)χιουμορίστας ουσ ως επίθ
in high spirits adj (boisterous, lively)καλοδιάθετος, ευδιάθετος επίθ
 The children are in high spirits today because it's the end of the school term.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ευδιάθετος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ευδιάθετος'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης