ευδιάθετος


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
ευδιάθετος in a good mood
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
cheerful adj ([sb]: happy)χαρούμενος, χαρωπός επίθ
  ευδιάθετος επίθ
 Fiona is usually cheerful in the morning.
perky adj (person: lively)ευδιάθετος, εύθυμος, πρόσχαρος επίθ
  μέσα στη ζωντάνια φρ
 Emma is always perky, even in the mornings.
hearty adj (speech, action: cordial) (λόγια, πράξεις)θερμός, εγκάρδιος, πηγαίος, ανυπόκριτος επίθ
  (άνθρωπος)ευδιάθετος, ανοιχτόκαρδος, διαχυτικός, θερμός, ορεξάτος επίθ
 First, we offer our hearty thanks to our hosts.
upbeat adj figurative (cheerful, optimistic)χαρούμενος, ευχάριστος επίθ
  αισιόδοξος επίθ
  (μόνο για άτομο)καλοδιάθετος, ευδιάθετος επίθ
  (ανεπίσημο, μεταφορικά: κατάσταση)ανεβαστικός επίθ
 The report gives an upbeat assessment of the housing market.
 Η αναφορά δίνει μια αισιόδοξη εικόνα όσον αφορά την αγορά κατοικίας.
cheery adj (bright, cheerful)ευδιάθετος, πρόσχαρος, κεφάτος επίθ
 The room was cheery in the early morning, with sunlight streaming through the large windows.
jocund adj (jolly, merry)εύθυμος, ευδιάθετος, χαρωπός, κεφάτος επίθ
  χιουμοριστικός επίθ
  (για άνθρωπο)χιουμορίστας ουσ ως επίθ
in a good mood adj (cheerful)ευδιάθετος επίθ
 I got an excellent mark for my translation today, so I'm in a really good mood.
 Πήρα άριστα για τη μετάφρασή μου σήμερα και γι' αυτό είμαι ευδιάθετος.
in high spirits adj (boisterous, lively)καλοδιάθετος, ευδιάθετος επίθ
 The children are in high spirits today because it's the end of the school term.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
glad adj (cheerful)ευδιάθετος επίθ
  χαρωπός επίθ
  χαρούμενος μτχ ενεστ
 Just the thought of her made him glad all day.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ευδιάθετος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ευδιάθετος'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: allow | bud

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.