ηθοποιός


WordReference English-Greek Dictionary © 2018:

Κύριες μεταφράσεις
ΕλληνικάΑγγλικά
ηθοποιός actor, actress
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
actor n (performer) (μόνο άντρας)ηθοποιός ουσ αρσ
Σχόλιο: A female actor is often called an actress.
 Morgan Freeman is my favourite actor and I've seen all of his films.
 Ο Μόργκαν Φρίντμαν είναι ο αγαπημένος μου ηθοποιός και έχω δει όλες του τις ταινίες.
actress n (female actor)ηθοποιός ουσ θηλ
 Which actress won this year for best supporting role?
 Ποια ηθοποιός κέρδισε φέτος το βραβείο για τον δεύτερο γυναικείο ρόλο;
luvvy n slang (British stage actor)ηθοποιός ουσ αρσ/θηλ
  (μειωτικό, παλαιό)θεατρίνος, θεατρίνα ουσ αρσ, ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
thespian n formal (actor)ηθοποιός ουσ αρσ/θηλ
 As a thespian, Justin takes acting very seriously.
player n (actor)ηθοποιός ουσ αρσ/θηλ
  ερμηνευτής, εμηνεύτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The audience applauded the players after the performance of Macbeth.
 Το κοινό χειροκρότησε τους ηθοποιούς μετά την παράσταση του Μάκβεθ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bit player n (actor: in small roles)ηθοποιός δεύτερων ρόλων περίφρ
 Early in his career, the actor was a bit player in various minor films.
comedian n (comic actor)κωμικός ουσ αρσ/θηλ
  κωμικός ηθοποιός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
 She's known mainly as a comedian from her film roles.
 Είναι γνωστή ως κωμικός από τους ρόλους των ταινιών της.
extra n (movies)κομπάρσος ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)κομπάρσα ουσ θηλ
  (επίσημο)βοηθητικός ηθοποιός, βοηθητική ηθοποιός περίφρ
 He was an extra in the scene and played the third soldier on the left.
 Ήταν κομπάρσος στη σκηνή και έπαιξε τον τρίτο στρατιώτη από αριστερά.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η κομπάρσα έκανε την καμαριέρα στο σίριαλ.
 Ήταν βοηθητικός ηθοποιός στη σκηνή και έπαιξε τον τρίτο στρατιώτη από αριστερά.
funnyman n (male comedian)κωμικός ηθοποιός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
  κωμικός επίθ ως ουσ αρσ/θηλ
go on stage v expr (become performer)γίνομαι ερμηνευτής, γίνομαι ηθοποιός ρ αμ
 John went on stage when he was barely 12 years old.
method actor n (actor who follows the Method)ηθοποιός που ακολουθεί τη μέθοδο Στανισλάφσκι
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Al Pacino trained as a method actor.
movie actor (US),
film actor (UK)
n
(film star)ηθοποιός κινηματογράφου ουσ αρσ
 Movie stars are a dime a dozen, it's rare to see a movie actor with the skill to move an audience in so subtle a motion.
vaudevillian n (vaudeville performer)ηθοποιός θεάτρου βαριετέ, ηθοποιός επιθεώρησης περίφρ
  (παλαιό)αρτίστας βαριετέ περίφρ
voice actor n (provides voiceover)ηθοποιός φωνής φρ ως ουσ αρσ/θηλ
walk-on actor n (performer: no spoken lines)ηθοποιός που δεν έχει ατάκες
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ηθοποιός στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ηθοποιός'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Πορτογαλικά | Ιταλικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: thunder | boom

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης