θέμα


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΕλληνικάΑγγλικά
θέμα issue, matter
  subject
  topic
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
subject nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (subject matter, theme) (αντικείμενο)θέμα ουσ ουδ
 What is the subject of that book?
 Τι θέμα έχει αυτό το βιβλίο;
affair nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (matter, concern)υπόθεση ουσ θηλ
  ζήτημα ουσ ουδ
  θέμα ουσ ουδ
 Affairs of state require good policies and capable administrators.
 Οι κρατικές υποθέσεις απαιτούν καλές στρατηγικές και ικανούς διοικητές.
 Τα κρατικά ζητήματα απαιτούν καλές στρατηγικές και ικανούς διοικητές.
theme nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (topic) (υπόθεση)θέμα ουσ ουδ
  κεντρική ιδέα ουσ θηλ
 The theme of the book was that good triumphs over evil.
 Θέμα του βιβλίου είναι ο θρίαμβος του καλού επί του κακού.
 Κεντρική ιδέα του βιβλίου είναι ο θρίαμβος του καλού επί του κακού.
topic nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (theme)θέμα ουσ ουδ
 The topic of conversation bored him.
 Έβρισκε το θέμα της συζήτησης πολύ ανιαρό.
subject matter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (theme or topic of discussion)υπό συζήτηση θέμα φρ ως ουσ ουδ
  θέμα ουσ ουδ
 The subject matter of today's lecture is water pollution.
 Το θέμα της σημερινής διάλεξης είναι η μόλυνση των υδάτων.
problem nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (question)πρόβλημα, ζήτημα, θέμα ουσ ουδ
 We need to address the problem of anti-social behaviour on our streets.
 Πρέπει να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα της αντικοινωνικής συμπεριφοράς στους δρόμους.
question nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (matter, doubt)ζήτημα, θέμα ουσ ουδ
 There are three questions that need to be resolved.
 Υπάρχουν τρία ζητήματα (or: θέματα) που πρέπει να διευθετηθούν.
theme nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (music: motif) (μουσική φράση)θέμα, μοτίβο ουσ ουδ
 That song has a nice theme.
 Αυτό το τραγούδι έχει ωραίο θέμα (or: μοτίβο).
topic nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (subject of book, article)θέμα ουσ ουδ
 The book frequently strayed from its main topic.
matter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (concern, issue)ζήτημα, θέμα ουσ ουδ
  (αρνητικά)πρόβλημα ουσ ουδ
 Congress needs to deal with the matter of illegal immigration soon.
 Η Γερουσία πρέπει να αντιμετωπίσει το ζήτημα της παράνομης μετανάστευσης σύντομα.
question nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (function of, matter of)ζήτημα, θέμα ουσ ουδ
 The completion date was a question of time and money.
 Η ημερομηνία ολοκλήρωσης ήταν ζήτημα (or: θέμα) χρόνου και χρήματος.
item nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (agenda subject) (αντικείμενο στην ατζέντα)θέμα ουσ ουδ
 Any Other Business was the last item on the agenda.
 Ο τίτλος του τελευταίου θέματος στην ημερήσια διάταξη ήταν «Κάθε Άλλη Υπόθεση».
premise,
UK: premiss
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(basis of show or story)θέμα ουσ ουδ
  υπόθεση ουσ θηλ
 The premise of this film is that robots have taken over the Earth.
 Το θέμα αυτής της ταινίας είναι ότι τα ρομπότ έχουν καταλάβει τη Γη.
business nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (concerns) (μτφ, ανεπίσημο)δουλειά ουσ θηλ
  θέμα ουσ ουδ
 That's none of your business.
 Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά.
 Αυτό δεν είναι δικό σου θέμα.
matter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (subject)θέμα, ζήτημα ουσ ουδ
 I really don't want to talk about that matter at the moment.
 Πραγματικά δε θέλω να συζητήσω αυτό το θέμα (or: ζήτημα) αυτήν τη στιγμή.
thesis nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (theme for essay, discussion)θέμα ουσ ουδ
 The teacher wrote the thesis on the board and asked all the students to write an essay on it for the next class.
 Ο δάσκαλος έγραψε το θέμα στον πίνακα και ζήτησε από όλους τους μαθητές να γράψουν μια έκθεση πάνω στο θέμα για το επόμενο μάθημα.
issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (problem, dispute) (πρόβλημα)ζήτημα, θέμα ουσ ουδ
 The ownership of the land is the main issue.
 Η ιδιοκτησία της γης είναι το κύριο ζήτημα (or: θέμα).
item nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act, feature: in a show)θέμα ουσ ουδ
 The first item on the show today is a look at this season's fashion.
 Το πρώτο θέμα της εκπομπής σήμερα είναι μια ματιά στη μόδα αυτής της σεζόν.
case nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (question)θέμα ουσ ουδ
 This is a case of integrity.
 Είναι θέμα τιμιότητας.
concern nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (affair)θέμα ουσ ουδ
  υπόθεση ουσ θηλ
  (ενασχόληση)μέλημα ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)έγνοια, έννοια ουσ θηλ
 I'm sorry, but this is not your concern. The main concern of government is keeping order.
 Συγγνώμη, αλλά αυτό δεν είναι δικό σου θέμα. Το κύριο μέλημα της κυβέρνησης είναι η διατήρηση της τάξης.
 Συγγνώμη, αλλά αυτό δεν είναι δική σου υπόθεση. Το κύριο μέλημα της κυβέρνησης είναι η διατήρηση της τάξης.
point nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (detail)θέμα ουσ ουδ
  σημείο ουσ ουδ
 My speech is divided into three points.
 Ο λόγος μου χωρίζεται σε τρία θέματα.
 Ο λόγος μου χωρίζεται σε τρία σημεία.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (portion, aspect)θέμα ουσ ουδ
  διάσταση, πλευρά ουσ θηλ
 It was the marketing end of the enterprise that caused the failure.
 Ήταν το θέμα μάρκετινγκ που προκάλεσε την αποτυχία της επιχείρησης.
issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (problems) (καθομιλουμένη)θέμα ουσ ουδ
  πρόβλημα ουσ ουδ
 He has unresolved issues from his childhood.
issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (question)θέμα, ζήτημα ουσ ουδ
 She's concerned about the issue of work place harassment.
business nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (matter, affair)θέμα ουσ ουδ
  υπόθεση ουσ θηλ
 Let's forget about the business with the bees. There are no items on the agenda under "new business".
cause nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (subject)θέμα, αντικείμενο ουσ ουδ
  αιτία, αφορμή ουσ θηλ
 The couple's marriage has been the cause of much gossip.
question nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (subject of dispute)θέμα, ζήτημα ουσ ουδ
  πρόβλημα ουσ ουδ
 The question of regional autonomy has never been resolved.
affair,
affairs
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(personal business) (προσωπικό θέμα)υπόθεση ουσ θηλ
  θέμα ουσ ουδ
 That's his own affair, and we shouldn't ask him about it.
hole nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (predicament)πρόβλημα ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)θέμα ουσ ουδ
 I'm in a real financial hole.
object nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (subject of discussion)αντικείμενο, θέμα ουσ ουδ
 The object of this discussion is Alan's performance at school this year.
production nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sth] overly complicated)θέμα ουσ ουδ
  ανάλυση ουσ θηλ
 You're only travelling to London and people do that every day; there's no need to make a production out of it!
 Απλά θα πας στο Λονδίνο, κάτι που κάνουν τόσοι άνθρωποι καθημερινά· δε χρειάζεται να το κάνουμε θέμα!
 Απλά θα πας στο Λονδίνο, κάτι που κάνουν τόσοι άνθρωποι καθημερινά· δε χρειάζεται τόσο μεγάλη ανάλυση!
stem nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (uninflected word form)θέμα ουσ θηλ
 Attach the suffix to the verb stem to form the past tense.
subject nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (heading in memos, email, etc.)θέμα ουσ ουδ
 Subject: next week's board meeting
incident nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (political happening)θέμα ουσ ουδ
 The politician's extra-marital affair became a huge incident.
lemma,
plural: lemmata,
lemmas
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(literature: theme)θέμα ουσ ουδ
prompt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (writing topic) (έκθεσης)θέμα ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
about preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (on the subject of)αφορώ ρ μ
  με θέμα περίφρ
  (καθομιλουμένη)για πρόθ
 I went to the library to look for a book about insects.
 Πήγα στη βιβλιοθήκη να βρω ένα βιβλίο για τα έντομα.
a biggie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (important question, serious matter)σημαντικός, σπουδαίος επίθ
  σπουδαία υπόθεση επίθ + ουσ θηλ
  μεγάλο θέμα επίθ + ουσ ουδ
cool adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, slang (not a problem)δεν έχω θέμα έκφρ
  δεν πειράζει, δεν τρέχει τίποτα έκφρ
  δεν έγινε τίποτα έκφρ
 You ate my food? That's cool. Don't worry about it.
 Έφαγες το φαγητό μου; Δεν έχω θέμα. Μην ανησυχείς.
 Έφαγες το φαγητό μου; Δεν πειράζει. Μην ανησυχείς.
 Έφαγες το φαγητό μου; Δεν έγινε τίποτα. Μην ανησυχείς.
crux nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (decisive point)καίριο θέμα, κύριο σημείο ουσ ουδ
  (μεταφορικά)καρδιά ουσ θηλ
 The crux of the problem lies in the budget constraints.
digressive adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (meandering)παρεκβατικός, παρενθετικός επίθ
  που ξεφεύγει από το θέμα περίφρ
honorary adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (depending on honour)που είναι θέμα τιμής περίφρ
intuitive adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (felt or known by intuition)ενστικτώδης επίθ
  που γίνεται διαισθητικά περίφρ
  θέμα διαίσθησης περίφρ
 Driving is an intuitive skill; it's hard to teach in a classroom.
keynote nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (idea: main, principle)κεντρικό θέμα επίθ + ουσ ουδ
  κεντρική ιδέα επίθ + ουσ θηλ
 The keynote of his address was the need for immediate action.
 Το κεντρικό θέμα του διαγγέλματός του ήταν η ανάγκη για άμεση δράση.
 Η κεντρική ιδέα του διαγγέλματός του ήταν η ανάγκη για άμεση δράση.
motif nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (central idea)μοτίβο, κεντρικό θέμα ουσ ουδ
 The motif of her latest book is that prison reform is necessary.
 Το κεντρικό θέμα του τελευταίου βιβλίου της είναι η αναγκαιότητα της αναμόρφωσης στη φυλακή.
nub nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (central issue) (μεταφορικά)ουσία ουσ θηλ
  κυρίως θέμα φρ ως ουσ ουδ
score nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (musical soundtrack)μουσικό θέμα περίφρ
 The composer wrote the score for the film.
 Ο συνθέτης έγραψε το μουσικό θέμα για την ταινία.
shoptalk nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (discussion of work out of hours) (εκτός εργασίας)κουβέντα για τη δουλειά περίφρ
  συζήτηση με θέμα τη δουλειά περίφρ
subtopic nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (field or subject within a broader one) (δευτερεύον θέμα)υπο-θέμα ουσ ουδ
tangential adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (that diverges from main topic)που είναι εκτός θέματος περίφρ
  που ξεφεύγει από το θέμα περίφρ
  άσχετος επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση θέμα στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'θέμα'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Πορτογαλικά | Ιταλικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: journey | numb

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης