θρήσκος


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
θρήσκος religious
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
religious adj (pious)θρήσκος επίθ
  θρησκευόμενος επίθ
 He was devoutly religious, insisting that his wife also convert.
 Ήταν πολύ θρήσκος κι επιμένει να μεταστραφεί και η σύζυγός του.
 Ήταν βαθιά θρησκευόμενος κι επιμένει να μεταστραφεί και η σύζυγός του.
pious adj (devoutly religious)ευλαβής, ευσεβής, θρήσκος επίθ
  θεοσεβούμενος μτχ ενεστ
  (ελαφρώς αρνητικό)θρησκόληπτος επίθ
 He was raised by his pious aunt and uncle.
 Τον μεγάλωσαν οι ευλαβείς (or: ευσεβείς) θείοι του.
 Τον μεγάλωσαν οι θεοσεβούμενοι θείοι του.
godly adj (devout, religious)ευσεβής, θεοσεβούμενος, θρήσκος επίθ
 Mrs. Kemp is a kind, godly woman.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
religious npl (devout persons)θρησκευόμενος μτχ πρκ
  θρήσκος, θρήσκα επίθ ως ουσ αρσ, επίθ ως ουσ θηλ
 An atheist, she had trouble understanding the religious.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
true believer n (devoutly religious person)βαθιά θρησκευόμενος φρ ως επίθ
  πολύ θρήσκος φρ ως επίθ
 There's no swaying my neighbor's faith: she's a true believer.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση θρήσκος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'θρήσκος'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.