θυμός

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'θυμός'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
anger n (fury, rage)θυμός ουσ αρσ
  οργή ουσ θηλ
 The slow waiter caused great anger among the diners.
wrath n (anger)μήνις, οργή ουσ.θηλ.
  θυμός ουσ.αρ.
offense n (anger, affront)προσβολή, οργή ουσ.θηλ.
  θυμός ουσ.αρ.
thyme n (botany: aromatic herb)  (βοτανολογία)θυμάρι ουσ.ουδ.
   (επιστημονικά)θύμος ουσ.αρ.
ire n literary (anger)μήνις ουσ.θηλ.
   (καθομιλουμένη)θυμός ουσ.αρ.
   (καθομιλουμένη)οργή ουσ.θηλ.
hackles npl figurative (person: anger)  (μεταφορικά)θυμός ουσ.αρσ.
aggravation n informal (irritation, annoyance)ενόχληση ουσ θηλ
  θυμός ουσ αρσ
dander n informal (temper, feeling of anger )θυμός ουσ αρσ
  οργή ουσ θηλ
thymus n (anatomy: lymphatic gland)  (ανατομία)θύμος ουσ αρσ
choler n archaic (bad temper)θυμός ουσ αρσ
   (λόγιος)μένος ουσ ουδ
dudgeon n (feeling of indignation and anger)οργή, αγανάκτηση ουσ θηλ
  θυμός ουσ αρσ
snit n US (irritated mood)θυμός ουσ αρσ
  νεύρα ουσ πλ
   (καθομ)τσαντίλα ουσ θηλ
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'θυμός' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'θυμός'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.