καλλιτέχνης


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
καλλιτέχνης artist
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
artist n (painter, sculptor, etc.)καλλιτέχνης ουσ αρσ
  καλλιτέχνιδα, καλλιτέχνις ουσ θηλ
  (παλαιό, αργκό)αρτίστας, αρτίστα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 This artist works in metal, plaster and paints.
 Αυτός ο καλλιτέχνης δουλεύει με μέταλλό, γύψο και μπογιές.
performer n (entertainer)καλλιτέχνης ουσ αρσ/θηλ
  (λόγιος)καλλιτέχνιδα, καλλιτέχνις ουσ θηλ
  (γενικότερα, πιο σύγχρονο)performer, περφόρμερ ουσ αρσ/θηλ άκλ
  (κατά λέξη)κάποιος που δίνει παραστάσεις περίφρ
Σχόλιο: Συνήθως για καλλιτέχνες (π.χ. μουσικούς, ηθοποιούς) προτιμάται η πρώτη απόδοση. Για άτομα που δίνουν άλλου είδους παραστάσεις (π.χ. μάγος, ακροβάτης), προτιμάται η αγγλική λέξη ή μια περιφραστική απόδοση.
 The comedian we went to see tonight was a great performer.
artiste n (performer)καλλιτέχνης, καλλιτέχνιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (λόγιο)καλλιτέχνις ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)αρτίστας ουσ αρσ
craftsperson,
plural: craftspeople
n
(artisan)τεχνίτης, τεχνίτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  καλλιτέχνης, καλλιτέχνιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (ανεπίσημο)μάστορας, μαστόρισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
recording artist n (performer who records music)καλλιτέχνης, καλλιτέχνιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (κατά λέξη)καλλιτέχνης με δισκογραφία περίφρ
artist n (designer, trade artist) (για σχέδιο)σχεδιαστής, σχεδιάστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (γενικότερα)καλλιτέχνης ουσ αρσ
  (γενικότερα)καλλιτέχνιδα, καλλιτέχνις ουσ θηλ
  artist ουσ αρσ/θηλ άκλ
Σχόλιο: Ο ξενικός όρος artist χρησιμοποιείται για πιο σύγχρονα επαγγέλματα ή τίτλους επαγγελμάτων, π.χ. make-up artist
 My cousin is a design artist in a marketing firm.
artist,
artiste
n
(music: performer)καλλιτέχνης ουσ αρσ
  καλλιτέχνιδα, καλλιτέχνις ουσ θηλ
  (αργκό: λαϊκή μουσική)αρτίστας, αρτίστα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 This record company has more than a hundred artists on its books.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
artist n (skilled person) (μεταφορικά)καλλιτέχνης, καλλιτέχνις ουσ αρσ, ουσ θηλ
 My uncle is truly an artist in the kitchen.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
artist-in-residence adj (artist employed by an institution for a fixed time)απασχολούμενος καλλιτέχνης ουσ αρσ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 This summer, the artist-in-residence is an installation artist who has exhibited all over the world.
circus performer n (physical entertainer)καλλιτέχνης τσίρκου ουσ αρσ
 Trapeze artists and contortionists are some of the best known circus performers.
conceptual artist n (artist who values ideas more than aesthetics)εννοιολογικός καλλιτέχνης ουσ αρσ
 The conceptual artist's work was virtually impossible to understand.
 Το έργο του εννοιολογικού καλλιτέχνη ήταν αδύνατο να γίνει κατανοητό.
escapologist n (performer: escape artist) (ταχυδακτυλουργία)καλλιτέχνης απόδρασης, μάγος απόδρασης
minstrel n historical (travelling performer)περιπλανώμενος καλλιτέχνης ουσ αρσ
 The minstrel entertained the king and his guests.
opening act n (theatre: first performer) (θέατρο)καλλιτέχνης που παίζει στην πρώτη πράξη περίφρ
  (συναυλία)καλλιτέχνης που ανοίγει, καλλιτέχνης που κάνει το άνοιγμα περίφρ
  καλλιτέχνης που κάνει το opening περίφρ
 My son's band was the opening act for the Rolling Stones concert.
pop artist n abbr (musician or singer of pop music)λαϊκός καλλιτέχνης ουσ αρσ
 Who's your favourite pop artist? Peter Blake was seen as a leading member of the pop artist movement.
street performer n (busker or entertainer in a public place)καλλιτέχνης δρόμου, καλλιτέχνιδα δρόμου φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
  πλανόδιος καλλιτέχνης επίθ + ουσ αρσ/θηλ
sword swallower n (performer who puts swords in throat)καλλιτέχνης του τσίρκου που καταπίνει σπαθιά ουσ αρσ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 The audience gasped as the sword swallower appeared to thrust a long knife down his throat.
tagger n (graffiti artist) (δημιουργός γκράφιτι)γκραφιτάς ουσ αρσ
  (θετική έννοια)καλλιτέχνης γκράφιτι, καλλιτέχνιδα γκράφιτι φρ ως ουσ αρσ
tattooist,
tattooer
n
(tattoo artist)καλλιτέχνης δερματοστιξίας περίφρ
  (καθομιλουμένη)καλλιτέχνης τατουάζ περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση καλλιτέχνης στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'καλλιτέχνης'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: return | ham

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.