καταγωγής


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2018:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
native adj (land: of origin)καταγωγής, γέννησης ουσ ως επίθ
  πατρίδα, γενέτειρα ουσ θηλ
 The explorers wandered far from their native land.
 Οι εξερευνητές περιηγήθηκαν σε χώρες μακριά από τον τόπο καταγωγής (or: γέννησής) τους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
baseborn adj archaic (born of humble parents)ταπεινής καταγωγής περίφρ
Brahmani n (woman of Brahmin caste)βραχμανικής καταγωγής περίφρ
country of origin n (nation of one's birth) (άνθρωποι)χώρα καταγωγής φρ ως ουσ θηλ
  γενέτειρα ουσ θηλ
 The form had a space labelled "Country of origin".
highborn adj (born into the aristocracy) (προσδιορισμός)αριστοκρατικής καταγωγής επίθ + ουσ θηλ
  από αριστροκρατική οικογένεια έκφρ
  (μεταφορικά)από τζάκι έκφρ
homeland n (historical home)πατρίδα ουσ θηλ
  τόπος καταγωγής φρ ως ουσ θηλ
 Even though Partha was born in Britain and his family have lived there for generations, he still thinks of India as his homeland.
lowborn adj dated (common, not of noble birth) (προσδιορισμός)ταπεινής καταγωγής
  (καθομ, μειωτικό)παρακατιανός επίθ
peeress n UK (Lady: female peer)ευγενής ουσ θηλ
  γυναίκα ευγενούς καταγωγής ουσ θηλ
quadroon n offensive, dated (person: one quarter black)αφρικανικής καταγωγής κατά το ένα τέταρτο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση καταγωγής στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'καταγωγής'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Πορτογαλικά | Ιταλικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Basic+ Word of the Day Poem Contest 2018Intermediate+ Word of the Day Poem Contest 2018

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης