κινητός

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
κινητός mobile
  movable
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
mobile adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." ([sth]: movable)κινητός, φορητός επίθ
cellular adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (phone: mobile) (τηλέφωνο)κινητός επίθ
  (καθομιλουμένη)κινητό επίθ ως ουσ ουδ
 Cellular service in the mountains is not reliable.
movable,
moveable
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(not fixed, varying)κινητός επίθ
detachable adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (that can be removed)αποσπάσιμος επίθ
  (καθομιλουμένη)κινητός επίθ
 The lid on the container is detachable.
ambulatory adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." formal (walking, mobile)κινητός, φορητός επίθ
  (επίσημο: ιατρική)περιπατητικός επίθ
maneuverable,
UK: manoeuvrable
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
US (that can be moved around) (εύκολος στην μετακίνηση)ευκίνητος, ευέλικτος επίθ
  (αυτός που μπορεί να μετακινηθεί)κινητός επίθ
movable,
moveable
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(possible to move)κινητός επίθ
 The doll's arms, legs, hands, and head were movable.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
mobile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal (mobile classroom, etc.) (π.χ. σχολείο)κινητός επίθ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Ian taught a mobile to help him fill his time.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
moving average nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (statistical mean)κινητός μέσος όρος ουσ αρσ
powered,
-powered
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
often with modifier (given energy by)που λειτουργεί με κτ περίφρ
  (που κινείται με κτ)-κίνητος επίθημα
 Adam has an electrically powered car.
running average nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (statistics: series of averages over time)κινητός μέσος όρος φρ ως ουσ αρσ
  κινητός μέσος φρ ως ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση κινητός στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'κινητός'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης