κοινός παρονομαστής


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
common denominator n (fractions: shared quantity) (κυριολεκτικά)κοινός παρονομαστής ουσ αρσ
common denominator n figurative (shared feature) (μεταφορικά)κοινός παρονομαστής ουσ αρσ
 Though the sisters were different in almost every way, one common denominator was their love of horses.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
least common denominator,
lowest common denominator
n
(lowest shared multiple) (μαθηματικά)ελάχιστος κοινός παρονομαστής περίφρ
 The least common denominator of the two fractions 1/6 and 1/4 is 12.
least common multiple n (mathematics: lowest common denominator)χαμηλότερος κοινός παρονομαστής έκφρ
lowest common denominator n (least shared multiple)ελάχιστος κοινός παρονομαστής φρ ως ουδ αρσ
lowest common denominator n figurative (people: least enlightened) (μεταφορικά)χαμηλότερος κοινός παρονομαστής, απλός άνθρωπος έκφρ
 The movie was crude and superficial, appealing to the lowest common denominator.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση κοινός παρονομαστής στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'κοινός παρονομαστής'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: near | shallow

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.