κοινός παρονομαστής

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'κοινός παρονομαστής'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
common denominator n (fractions: shared quantity) (κυριολεκτικά)κοινός παρονομαστής ουσ.αρσ.
common denominator n figurative (shared feature) (μεταφορικά)κοινός παρονομαστής ουσ.αρσ.
 Though the sisters were different in almost every way, one common denominator was their love of horses.
least common denominator,
lowest common denominator
n
(lowest shared multiple) (μαθηματικά)ελάχιστος κοινός παρονομαστής περίφρ
 The least common denominator of the two fractions 1/6 and 1/4 is 12.
least common multiple n (mathematics: lowest common denominator)χαμηλότερος κοινός παρονομαστής έκφρ.
lowest common denominator n (least shared multiple)ελάχιστος κοινός παρονομαστής φρ ως ουδ αρσ
lowest common denominator n figurative (people: least enlightened) (μεταφορικά)χαμηλότερος κοινός παρονομαστής, απλός άνθρωπος έκφρ.
 The movie was crude and superficial, appealing to the lowest common denominator.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση κοινός παρονομαστής στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'κοινός παρονομαστής'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης