κολλάω

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'κολλάω'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
take vi informal (adhere)κολλάω ρ αμ
 I couldn't get the stamp to take no matter how many times I licked it.
spread [sth] vtr (propagate)μεταδίδω, εξαπλώνω ρ.μετ.
  (καθομ, μτφ: ασθένεια)κολλάω ρ μ
 Infected animals spread disease across the country.
 Τα μολυσμένα ζώα μεταδίδουν την ασθένεια σε όλη τη χώρα.
catch [sth] vtr (disease) (μεταφορικά)κολλάω ρ μ
  (καθομιλουμένη)αρπάζω ρ μ
 Leah catches a cold every winter.
draft vi US (racing: follow closely) (στον μπροστινό μου)κολλάω ρ μ
  (μεταφορικά)ακολουθώ κατά πόδας έκφρ
 The car drafted on the car in front of him to save fuel and build up speed.
hug vtr (cling to)κρατιέμαι γερά ρ αμ + επίρ
  (μεταφορικά)κολλάω ρ αμ
 The climber hugged the rock wall when his rope broke.
crash vi (computer: stop working)κολλάω ρ αμ
 Windows crashed again. I need to reboot.
stick,
stick [sth] onto [sth/sb]
vtr + prep
informal (attach)κολλάω ρ.μετ.
 Let me stick this notice on the board.
 Άσε να κολλήσω αυτή την ειδοποίηση στην πινακίδα.
stick vi (become immobilized) (μεταφορικά)κολλάω ρ αμ
 I was shifting into third gear when the gear lever suddenly stuck.
stick vi (remain attached)κολλάω ρ αμ
 The fly stuck to the sticky trap.
stick vi (be stopped by an obstruction)κολλάω ρ αμ
  φρακάρω, μαγκώνω ρ αμ
  (δεν χωράω να περάσω)σφηνώνω ρ αμ
 The zipper stuck halfway up.
contract [sth] vtr (get a disease) (από ασθένεια)προσβάλλομαι, μολύνομαι ρ.αμ.
  (καθομιλουμένη)κολλάω ρ.αμ.συνηρ.
 He contracted malaria in Africa.
 Προσβλήθηκε (or: Μολύνθηκε) από ελονοσία στην Αφρική.
 Κόλλησε ελονοσία στην Αφρική.
press [sth] vtr (hold close)σφίγγω ρ μ
  (μεταφορικά)κολλάω
 He pressed his lover to his chest.
glue vtr (attach with glue)κολλάω ρ.μετ.
Note: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
jam vi (machine: become stuck) (μηχανή)παθαίνω εμπλοκή περίφρ
  (καθομιλουμένη)κολλάω ρ.αμ.
paste vtr (attach, glue)κολλάω ρ.μετ.
Note: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
blank vi informal (unable to think, recall) (καθομιλουμένη)μπλοκάρω ρ.αμ.
  (μεταφορικά)κολλάω ρ.αμ.
 When he asked me the question, I just blanked!
 Όταν μου έκανε την ερώτηση, μπλόκαρα τελείως!
grub [sth] vtr slang (scrounge) (αργκό)κολλάω ρ.μετ.
  γίνομαι βδέλλα έκφρ.
lug vi (engine: hesitate, jerk) (μηχανές)κολλάω ρ.αμ.
  (μεταφορικά)αγκομαχώ, σέρνομαι ρ.αμ.
Note: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
adhere [sth] to [sth] vtr + prep (make [sth] stick)κολλάω ρ.μετ.
acquire vtr (contract: disease) (ασθένεια)κολλάω ρ.μετ.
nestle [sth] against [sb/sth] vtr (body part: press closely)κολλάω ρ.μετ.
fixate on [sth] vi (be obsessed)έχω εμμονή, έχω μανία περίφρ
  παθαίνω εμμονή, μου γίνεται εμμονή περίφρ
  (καθομ, μεταφοικά)κολλάω ρ μ
  (αργκό)τρώω κόλλημα εκφρ
superglue [sth] vtr brand name (attach with superglue)κολλάω ρ μ
  (κατά λέξη)κολλάω με κόλλα στιγμής περίφρ
get stuck vi + adj (unable to move) (μεταφορικά)κολλάω ρ.αμ.
get stuck vi + adj figurative (unable to proceed) (μεταφορικά)κολλάω ρ.αμ.
freeze up vi phrasal figurative (computer: stop functioning) (Η/Υ)παγώνω ρ.αμ.
  (καθομιλουμένη)κολλάω ρ.αμ.
 In the middle of the job the computer froze up and I had to reboot; fortunately I had a back-up of my work.
get completely hooked on v expr informal (become addicted to)εθίζομαι ρ.αμ.
  (καθομιλουμένη)κολλάω ρ.αμ.
 He'd gotten completely hooked on the new video game.
gum up vi phrasal (become sticky, stuck)κολλάω ρ.αμετ.
 The paint was left out and after a day it started to gum up.
stick [sth] vtr (attach with glue)κολλάω ρ μ
stuck adj informal (unable to figure [sth] out) (καθομιλουμένη, μτφ)κολλάω ρ αμ
 I'm stuck on this question. Do you know what the answer is?
 Έχω κολλήσει σε αυτή την ερώτηση. Ξέρει την απάντηση;
go around vi phrasal (illness: be transmitted)μεταδίδομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)κολλάω ρ αμ
get [sth] vtr informal (illness: catch) (μτφ, καθομ: αρρώστια)κολλάω, κολλώ ρ.μετ.
 He got the flu and had to stay at home.
 Κόλλησε γρίπη και αναγκάστηκε να μείνει σπίτι.
give [sb] [sth] vtr (infect) (καθομιλουμένη)κολλάω, κολλώ ρ μ
  μεταδίδω ρ μ
 She's given me her cold.
block n (memory lapse) (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)μπλοκάρω, κολλάω ρ μετ
  (αργκό, ανεπίσημο)κόλλημα ουσ ουδ
  (ιατρική)αποκλεισμός ουσ αρσ
 I have a block and can't remember her name.
 Έχω μπλοκάρει (or: κολλήσει) και δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομά της.
choke vi figurative, slang (fail to act) (αργκό, μεταφορικά)κολλάω, μπλοκάρω, παγώνω ρ.αμ.
cling to [sth/sb] vi figurative (to [sth], [sb]: emotionally) (συναισθηματικά)προσκολλώμαι, εξαρτώμαι ρ.αμ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κολλάω, γαντζώνομαι, κρεμιέμαι, κρέμομαι ρ.αμ.
cling to [sth/sb] vi + prep (hold tightly)προσκολλώμαι ρ.αμ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κολλάω, γαντζώνομαι, κρεμιέμαι, κρέμομαι ρ.αμ.
cling vi (clothing, etc.: stick, be tight)προσκολλώμαι ρ.αμ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κολλάω, γαντζώνομαι, κρεμιέμαι, κρέμομαι ρ.αμ.
crab vi (catch crabs)κολλάω ψείρες ρ.μετ.
  (χυδαίο, αργκό)μουνόψειρες ουσ.θηλ.πλ.
dwell on [sth] vi + prep (speak about [sth] at length) (σε θέμα: ομιλία)επιμένω, εμμένω ρ.μετ.
  (καθομιλουμένη)στέκομαι, κολλάω ρ.μετ.
dwell vi (think too much about [sth](σε θέμα: σκέψεις)επιμένω, εμμένω ρ.μετ.
  (καθομιλουμένη)στέκομαι, κολλάω ρ.μετ.
 I know what's happened is sad, but try not to dwell.
 Ξέρω πως ότι έγινε είναι άσχημο, αλλά προσπάθησε να μην κολλήσεις σε αυτό.
freeze vi (computer) (Η/Υ)παγώνω, κολλάω ρ.αμ.
tape [sth] vtr (fix with adhesive tape)κολλάω (με κολλητική ταινία) ρ.μετ.
cling to [sth] vi figurative (belief: be faithful) (σε ιδέα)προσκολλώμαι ρ.αμ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κολλάω, γαντζώνομαι, κρεμιέμαι, κρέμομαι
cement [sth] vtr (join with adhesive) (ενώνω με τσιμέντο)τσιμεντάρω ρ.μετ.
  (ενώνω με κολλητική ουσία)κολλάω, συγκολλάω ρ.μετ.
tailgate vi (drive close behind a vehicle)οδηγώ σε ελάχιστη απόσταση από προπορευόμενο όχημα περίφρ.
  (καθομιλουμένη)κολλάω από πίσω έκφρ.
Note: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
tailgate vtr (drive closely behind)οδηγώ σε ελάχιστη απόσταση από περίφρ.
  (καθομιλουμένη)κολλάω από πίσω έκφρ.
Note: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
get bogged down in/by [sth] v expr figurative, informal (stuck: in activity, etc.) (σε κατάσταση)κολλάω, βουλιάζω, βυθίζομαι ρ.αμ.
 I thought I would be able to leave early but I got bogged down by paperwork.
get bogged down v expr (stuck: in mud) (σε λάσπη)κολλάω, βουλιάζω ρ.αμ.
dwell on [sth/sb],
dwell upon
vi + prep
(be preoccupied) (μεταφορικά)κολλάω σε κάτι έκφρ.
 Try not to dwell on your failures.
gum [sth] up vtr phrasal sep (cause [sth] not to operate properly)κολλάω, φρακάρω, μπλοκάρω ρ.μετ.
 Orange juice has gummed up the toy's gears.
 Ο χυμός πορτοκάλι φράκαρε (or: μπλόκαρε) τις ταχύτητες του παιχνιδιού.
hook up vi phrasal slang, figurative (be friends) (αργκό)τακιμιάζω,κολλάω ρ αμ
  κάνω παρέα έκφρ
 My wife and I first hooked up when we were in high school.
hook up with [sb] vi phrasal + prep slang, figurative (become friends) (αργκό)τακιμιάζω,κολλάω με ρ αμ
look back vi phrasal figurative (dwell on the past)εμμένω/κολλάω στο παρελθόν έκφρ.
 As I look back on the past, I must remind myself to look towards the future to better days.
stick down vtr phrasal sep (seal with an adhesive)κολλάω, κλείνω/σφραγίζω με κόλλα έκφρ.
 Nowadays you don't have to lick the edge of an envelope before you stick it down.
seize up vi phrasal (freeze, become immobile) (μεταφορικά)παγώνω, κολλάω ρ.αμ.
 When I opened the website the screen seized up and I had to reboot the computer.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'κολλάω' στον τίτλο:

See Google Translate's machine translation of 'κολλάω'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.