κολλάω


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
κολλάω,
κολλώ
stick, glue
  attach
  harass, hit on [sb], be hung up on [sb]
  be stuck, make sense, be infected, catch, infect
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
take vi informal (adhere)κολλάω ρ αμ
 I couldn't get the stamp to take no matter how many times I licked it.
spread [sth] vtr (propagate)μεταδίδω, εξαπλώνω ρ μ
  (καθομ, μτφ: ασθένεια)κολλάω ρ μ
 Infected animals spread disease across the country.
 Τα μολυσμένα ζώα μεταδίδουν την ασθένεια σε όλη τη χώρα.
catch [sth] vtr (disease) (μεταφορικά)κολλάω ρ μ
  (καθομιλουμένη)αρπάζω ρ μ
 Leah catches a cold every winter.
draft vi US (racing: follow closely) (στον μπροστινό μου)κολλάω ρ μ
  (μεταφορικά)ακολουθώ κατά πόδας έκφρ
 The car drafted on the car in front of him to save fuel and build up speed.
hug vtr (cling to)κρατιέμαι γερά ρ αμ + επίρ
  (μεταφορικά)κολλάω ρ αμ
 The climber hugged the rock wall when his rope broke.
stick [sb],
stick [sth] onto [sth]/[sth] on [sth/sb]
vtr + prep
informal (attach) (κτ πάνω σε κτ/κπ)κολλάω ρ μ
 Let me stick this notice on the board.
 Άσε να κολλήσω αυτή την ειδοποίηση στην πινακίδα.
stick vi (become immobilized) (μεταφορικά)κολλάω ρ αμ
 I was shifting into third gear when the gear lever suddenly stuck.
stick vi (remain attached)κολλάω ρ αμ
 The fly stuck to the sticky trap.
stick vi (be stopped by an obstruction)κολλάω ρ αμ
  φρακάρω, μαγκώνω ρ αμ
  (δεν χωράω να περάσω)σφηνώνω ρ αμ
 The zipper stuck halfway up.
contract [sth] vtr (get a disease) (από ασθένεια)προσβάλλομαι, μολύνομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)κολλάω ρ αμ
 He contracted malaria in Africa.
 Προσβλήθηκε (or: Μολύνθηκε) από ελονοσία στην Αφρική.
 Κόλλησε ελονοσία στην Αφρική.
press [sth] vtr (hold close)σφίγγω ρ μ
  (μεταφορικά)κολλάω
 He pressed his lover to his chest.
glue vtr (attach with glue)κολλάω ρ μ
Σχόλιο: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
jam vi (machine: become stuck) (μηχανή)παθαίνω εμπλοκή περίφρ
  (καθομιλουμένη)κολλάω ρ αμ
 The printer jammed again, so no one could print anything for over an hour.
paste vtr (attach, glue)κολλάω ρ μ
Σχόλιο: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
blank vi informal (unable to think, recall) (καθομιλουμένη)μπλοκάρω ρ αμ
  (μεταφορικά)κολλάω ρ αμ
 When he asked me the question, I just blanked!
 Όταν μου έκανε την ερώτηση, μπλόκαρα τελείως!
grub [sth] vtr slang (scrounge) (αργκό)κολλάω ρ μ
  γίνομαι βδέλλα έκφρ
 Amy grubbed a cigarette from a friend because she ran out.
lug vi (engine: hesitate, jerk) (μηχανές)κολλάω ρ αμ
  (μεταφορικά)αγκομαχώ, σέρνομαι ρ αμ
Σχόλιο: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
adhere [sth] to [sth] vtr + prep (make [sth] stick)κολλάω ρ μ
 Please adhere the poster to the other side of the door.
acquire vtr (contract: disease) (ασθένεια)κολλάω ρ μ
mire [sth] in [sb/sth] vtr + prep often passive (cause to be stuck in: marsh, etc.)βουλιάζω, βυθίζομαι ρ αμ
  (δεν μπορώ να προχωρήσω)κολλάω ρ αμ
nestle [sth] against [sb/sth] vtr (body part: press closely)κολλάω ρ μ
fixate on [sth] vi (be obsessed)έχω εμμονή, έχω μανία περίφρ
  παθαίνω εμμονή, μου γίνεται εμμονή περίφρ
  (καθομ, μεταφοικά)κολλάω ρ μ
  (αργκό)τρώω κόλλημα εκφρ
superglue [sth] vtr brand name (attach with superglue)κολλάω ρ μ
  (κατά λέξη)κολλάω με κόλλα στιγμής περίφρ
get stuck vi + adj (unable to move) (μεταφορικά)κολλάω ρ αμ
 The car got stuck in the mud and a local farmer had to pull it free with his tractor.
get stuck vi + adj figurative (unable to proceed) (μεταφορικά)κολλάω ρ αμ
 Neil was trying to solve a maths problem, but got stuck.
latch on to [sb],
latch onto [sb]
v expr
figurative (follow [sb] around) (μεταφορικά, καθομ)κολλάω ρ αμ
  (καθομ, αρνητική έννοια)γίνομαι κολλιτσίδα ρ αμ
  προσκολλώμαι ρ αμ
 She's so clingy, she just latches on to whatever boy she meets.
hit a brick wall,
hit a wall
v expr
figurative, informal (meet an obstacle)βρίσκομαι σε αδιέξοδο φρ
  (μτφ, καθομ: δεν ξέρω τι να κάνω)κολλάω ρ αμ
 If I hit a brick wall while writing, I find a thirty-minute run helps me to refocus.
freeze up vi phrasal figurative (computer: stop functioning) (Η/Υ)παγώνω ρ αμ
  (καθομιλουμένη)κολλάω ρ αμ
 In the middle of the job the computer froze up and I had to reboot; fortunately I had a back-up of my work.
gum up vi phrasal (become sticky, stuck)κολλάω ρ αμ
 The paint was left out and after a day it started to gum up.
stick [sth] vtr (attach with glue)κολλάω ρ μ
 Once his letter was inside, Brian stuck the envelope and took it to the post office.
stuck adj informal (unable to figure [sth] out) (καθομιλουμένη, μτφ)κολλάω ρ αμ
 I'm stuck on this question. Do you know what the answer is?
 Έχω κολλήσει σε αυτή την ερώτηση. Ξέρει την απάντηση;
pinion [sb] to [sth] vtr + prep figurative (person: pin against)ακινητοποιώ ρ μ
  καθηλώνω ρ μ
  (καθομιλουμένη, μτφ)κολλάω ρ μ
go around vi phrasal (illness: be transmitted)μεταδίδομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)κολλάω ρ αμ
get [sth] vtr informal (illness: catch) (μτφ, καθομ: αρρώστια)κολλάω, κολλώ ρ μ
 He got the flu and had to stay at home.
 Κόλλησε γρίπη και αναγκάστηκε να μείνει σπίτι.
give [sb] [sth] vtr (infect) (καθομ: κάτι σε κάποιον)κολλάω, κολλώ ρ μ
  μεταδίδω ρ μ
 She's given me her cold.
block n (memory lapse) (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)μπλοκάρω, κολλάω ρ μ
  (αργκό, ανεπίσημο)κόλλημα ουσ ουδ
  (ιατρική)αποκλεισμός ουσ αρσ
 I have a block and can't remember her name.
 Έχω μπλοκάρει (or: κολλήσει) και δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομά της.
choke vi figurative, slang (fail to act) (αργκό, μεταφορικά)κολλάω, μπλοκάρω, παγώνω ρ αμ
 When it was Jimmy's turn in the spelling bee, he choked.
cling to [sth/sb] vi figurative (to [sth], [sb]: emotionally) (συναισθηματικά)προσκολλώμαι, εξαρτώμαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κολλάω, γαντζώνομαι, κρεμιέμαι, κρέμομαι ρ αμ
 I don't like the way Roger's new girlfriend clings to him.
cling to [sth/sb] vi + prep (hold tightly)προσκολλώμαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κολλάω, γαντζώνομαι, κρεμιέμαι, κρέμομαι ρ αμ
 Knowing they would soon have to part, the lovers clung to one another.
cling vi (clothing, etc.: stick, be tight)προσκολλώμαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κολλάω, γαντζώνομαι, κρεμιέμαι, κρέμομαι ρ αμ
 I don't like how my new dress clings.
crab vi (catch crabs)κολλάω ψείρες ρ μ
  (χυδαίο, αργκό)μουνόψειρες ουσ θηλ πλ
dwell on [sth] vi + prep (speak about [sth] at length) (σε θέμα: ομιλία)επιμένω, εμμένω ρ μ
  (καθομιλουμένη)στέκομαι, κολλάω ρ μ
dwell vi (think too much about [sth](σε θέμα: σκέψεις)επιμένω, εμμένω ρ μ
  (καθομιλουμένη)στέκομαι, κολλάω ρ μ
 I know what's happened is sad, but try not to dwell.
 Ξέρω πως ότι έγινε είναι άσχημο, αλλά προσπάθησε να μην κολλήσεις σε αυτό.
freeze vi (computer) (Η/Υ)παγώνω, κολλάω ρ αμ
 Tom's computer froze while he was trying to finish his homework.
tape [sth] vtr (fix with adhesive tape)κολλάω (με κολλητική ταινία) ρ μ
 Nina taped the hole in her jeans, as a temporary repair.
cling to [sth] vi figurative (belief: be faithful) (σε ιδέα)προσκολλώμαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κολλάω, γαντζώνομαι, κρεμιέμαι, κρέμομαι
 No matter what happens, religious people cling to their beliefs.
cement [sth] vtr (join with adhesive) (ενώνω με τσιμέντο)τσιμεντάρω ρ μ
  (ενώνω με κολλητική ουσία)κολλάω, συγκολλάω ρ μ
affix [sth] to [sth] vtr (stick, attach)κολλάω κτ σε κτ, κολλώ κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  στερεώνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  επικολλώ κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (έγγραφα)επισυνάπτω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 Remember to affix sufficient postage to your envelope.
tailgate vi (drive close behind a vehicle)οδηγώ σε ελάχιστη απόσταση από προπορευόμενο όχημα περίφρ
  (καθομιλουμένη)κολλάω από πίσω έκφρ
Σχόλιο: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
tailgate vtr (drive closely behind)οδηγώ σε ελάχιστη απόσταση από περίφρ
  (καθομιλουμένη)κολλάω από πίσω έκφρ
Σχόλιο: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
get bogged down in/by [sth] v expr figurative, informal (stuck: in activity, etc.) (σε κατάσταση)κολλάω, βουλιάζω, βυθίζομαι ρ αμ
 I thought I would be able to leave early but I got bogged down by paperwork.
get bogged down v expr (stuck: in mud) (σε λάσπη)κολλάω, βουλιάζω ρ αμ
 Once again the car got bogged down in the mud.
dwell on [sth/sb],
dwell upon
vi + prep
(be preoccupied) (μεταφορικά)κολλάω σε κάτι έκφρ
 Try not to dwell on your failures.
get hooked on [sth] vi phrasal + prep figurative, slang (become addicted to [sth])εθίζομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)κολλάω με κτ ρ αμ + πρόθ
 He'd gotten hooked on the new video game.
gum [sth] up vtr phrasal sep (cause [sth] not to operate properly)κολλάω, φρακάρω, μπλοκάρω ρ μ
 Orange juice has gummed up the toy's gears.
 Ο χυμός πορτοκάλι φράκαρε (or: μπλόκαρε) τις ταχύτητες του παιχνιδιού.
hook up vi phrasal slang, figurative (be friends) (αργκό)τακιμιάζω,κολλάω ρ αμ
  κάνω παρέα έκφρ
 My wife and I first hooked up when we were in high school.
hook up with [sb] vi phrasal + prep slang, figurative (become friends) (αργκό)τακιμιάζω,κολλάω με ρ αμ
look back vi phrasal figurative (dwell on the past)εμμένω/κολλάω στο παρελθόν έκφρ
 As I look back on the past, I must remind myself to look towards the future to better days.
paste [sth] on,
paste on [sth]
vtr phrasal sep
(stick or affix)κολλάω, κολλώ ρ μ
 The children pasted glitter and small shapes onto the paper to make a birthday card.
stick down vtr phrasal sep (seal with an adhesive)κολλάω, κλείνω/σφραγίζω με κόλλα έκφρ
 Nowadays you don't have to lick the edge of an envelope before you stick it down.
seize up vi phrasal (freeze, become immobile) (μεταφορικά)παγώνω, κολλάω ρ αμ
 When I opened the website the screen seized up and I had to reboot the computer.
see past [sth] vtr phrasal insep informal, figurative (disregard: negative aspects of)παραβλέπω ρ μ
  (καθομιλουμένη)δεν κολλάω σε φρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση κολλάω στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'κολλάω'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης