κολλάω

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'κολλάω'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
get vtr (catch an illness) αρρώστιαπαθαίνω ρ.μετ.
 για μεταδοτικέςκολλάω ρ.μετ.
Note: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
 He got the flu and had to stay at home.
 Έπαθε γρίπη και έπρεπε να μείνει σπίτι.
 Κόλλησε γρίπη και έπρεπε να μείνει σπίτι.
stick vtr (attach)κολλάω ρ.μετ.
 επίσημοαναρτώ ρ.μετ.
Note: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
 Let me stick this notice on the board.
 Άσε να κολλήσω αυτή την ειδοποίηση στην πινακίδα.
 * Η γραμματεία ανάρτησε τα αποτελέσματα των εξετάσεων.
contract vtr (get a disease) από ασθένειαπροσβάλλομαι, μολύνομαι ρ.αμ.
 καθομιλουμένηκολλάω ρ.αμ.συνηρ.
 He contracted malaria in Africa.
 Προσβλήθηκε από ελονοσία στην Αφρική.
glue vtr (attach with glue)κολλάω ρ.μετ.
Note: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
jam vi (machine) μηχανήπαθαίνω εμπλοκή έκφρ.
 καθομιλουμένηκολλάω ρ.αμ.
paste vtr (attach, glue)κολλάω ρ.μετ.
Note: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
blank vi (unable to think) αδυναμία να σκεφτώμπλοκάρω ρ.αμ.
 μεταφορικάκολλάω ρ.αμ.
grub vtr slang (scrounge) αργκόκολλάω ρ.μετ.
 γίνομαι βδέλλα έκφρ.
Note: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
lug vi (engine: hesitate, jerk) μηχανέςκολλάω ρ.αμ.
 μεταφορικάαγκομαχώ, σέρνομαι ρ.αμ.
Note: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
adhere vtr (make [sth] stick)κολλάω ρ.μετ.
Note: Επίσης: κολλώ (συνηρ.)
acquire vtr (obtain: disease) ασθένειακολλάω ρ.μετ.
Note: Επίσης: κολλώ (συνηρ.)
nestle vtr (press closely)κολλάω ρ.μετ.
get stuck vi literal (be unable to move) δεν μπορώ να κινηθώκολλάω ρ.αμ.
get stuck vi figurative (be unable to proceed ) δεν μπορώ να προχωρήσωκολλάω ρ.αμ.
stick together vi literal (adhere to one another)προσφύομαι, προσκολλώμαι ρ.αμ.
 καθομιλουμένηκολλάω ρ.αμ.
freeze up vi phrasal (computer: stop functioning) Η/Υπαγώνω ρ.αμ.
 καθομιλουμένηκολλάω ρ.αμ.
 In the middle of the job the computer froze up and I had to reboot; fortunately I had a back-up of my work.
get completely hooked on v expr informal (become addicted to)εθίζομαι ρ.αμ.
 καθομιλουμένηκολλάω ρ.αμ.
 He'd gotten completely hooked on the new video game.
gum up vi phrasal (become sticky or stuck)κολλάω ρ.αμετ.
 The paint was left out and after a day it started to gum up.
choke vi slang (fail to act) αργκόκολλάω, μπλοκάρω, παγώνω ρ.αμ.
cling vi figurative (emotionally) συναισθηματικάπροσκολλώμαι, εξαρτώμαι ρ.αμ.
 καθομιλουμένη, μεταφορικάκολλάω, γαντζώνομαι, κρεμιέμαι, κρέμομαι ρ.αμ.
Note: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
cling vi (hold close)προσκολλώμαι ρ.αμ.
 καθομιλουμένη, μεταφορικάκολλάω, γαντζώνομαι, κρεμιέμαι, κρέμομαι ρ.αμ.
cling vi (physically stick to)προσκολλώμαι ρ.αμ.
 καθομιλουμένη, μεταφορικάκολλάω, γαντζώνομαι, κρεμιέμαι, κρέμομαι ρ.αμ.
crab vi (catch crabs)κολλάω ψείρες ρ.μετ.
 χυδαίο, αργκόμουνόψειρες ουσ.θηλ.πλ.
Note: μουνόψειρες: ψείρες του τριχώματος της ήβης
dwell vi (on a topic: speaking) σε θέμα: ομιλίαεπιμένω, εμμένω ρ.μετ.
 καθομιλουμένηστέκομαι, κολλάω ρ.μετ.
dwell vi (on a topic: thinking) σε θέμα: σκέψειςεπιμένω, εμμένω ρ.μετ.
 καθομιλουμένηστέκομαι, κολλάω ρ.μετ.
freeze vi (computer) Η/Υπαγώνω, κολλάω ρ.αμ.
tape vtr (fix with adhesive tape)κολλάω (με κολλητική ταινία) ρ.μετ.
Note: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
cling vi (to an idea) σε ιδέαπροσκολλώμαι ρ.αμ.
 καθομιλουμένη, μεταφορικάκολλάω, γαντζώνομαι, κρεμιέμαι, κρέμομαι
cement vtr (join with adhesive) ενώνω με τσιμέντοτσιμεντάρω ρ.μετ.
 ενώνω με κολλητική ουσίακολλάω, συγκολλάω ρ.μετ.
Note: κολλάω, συγκολλάω: επίσης: κολλώ, συγκολλώ (συνηρ.)
tailgate vi (drive close behind a vehicle)οδηγώ σε ελάχιστη απόσταση από προπορευόμενο όχημα περίφρ.
 καθομιλουμένηκολλάω από πίσω έκφρ.
Note: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
tailgate vtr (drive closely behind)οδηγώ σε ελάχιστη απόσταση από περίφρ.
 καθομιλουμένηκολλάω από πίσω έκφρ.
Note: κολλάω: επίσης: κολλώ (συνηρ.)
get bogged down v expr figurative, informal (become stuck: in a situation) σε κατάστασηκολλάω, βουλιάζω, βυθίζομαι ρ.αμ.
get bogged down v expr literal (become stuck, mired: in mud) σε λάσπηκολλάω, βουλιάζω ρ.αμ.
get bogged down in vtr figurative, informal (become stuck in)κολλάω, βουλιάζω ρ.αμ.
 I thought I would be able to leave early but I got bogged down in paperwork.
get stuck in the mud v expr (vehicle: be trapped by mud) όχημα παγιδευμένο σε λάσπηκολλάω στη λάσπη ρ.αμ.
 My car got stuck in the mud.
latch onto [sb] v (attach oneself to [sb])προσκολλώμαι ρ.αμ.
 καθομιλουμένηκολλάω, κρέμομαι ρ.αμ.
 καθομιλουμένηγίνομαι βεντούζα, γίνομαι στενός κορσές έκφρ.
dwell on vtr phrasal insep (keep thinking about, be preoccupied by) μεταφορικάκολλάω σε κάτι έκφρ.
 Try not to dwell on your failures.
dwell upon vtr phrasal insep (keep thinking about, be preoccupied by) μεταφορικάκολλάω σε κάτι έκφρ.
 It's unwise to dwell upon things you can't change.
gum up vtr phrasal sep (cause [sth] not to operate properly)κολλάω, φρακάρω, μπλοκάρω ρ.μετ.
 The spilled orange juice caused the toy's gears to gum up.
hook up vi phrasal slang (start to frequent, become associated: with) αργκότακιμιάζω,κολλάω ρ.αμετ
 My wife and I first hooked up when we were in high school.
hook up with vtr slang (start to frequent, become associated with) αργκότακιμιάζω,κολλάω με ρ.αμετ
look back vi phrasal figurative (dwell on the past)εμμένω/κολλάω στο παρελθόν έκφρ.
 As I look back on the past, I must remind myself to look towards the future to better days.
stick down vtr phrasal sep (seal with an adhesive)κολλάω, κλείνω/σφραγίζω με κόλλα έκφρ.
 Nowadays you don't have to lick the edge of an envelope before you stick it down.
seize up vi phrasal (freeze, become immobile) μεταφορικάπαγώνω, κολλάω ρ.αμ.
 When I opened the website the screen seized up and I had to reboot the computer.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'κολλάω' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'κολλάω'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.