κουράζομαι

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
κουράζομαι be tired, get tired
  tire yourself out, wear yourself out
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
flag vi (droop)χάνω δυνάμεις περίφρ
  κουράζομαι ρ αμ
  (καθομ, μεταφορικά)κρεμάω ρ αμ
 The horse began to flag as they neared the winning post.
grow weary of [sth/sb] vi + adj (become tired) (από κπ/κτ)κουράζομαι ρ αμ
  (κάποιος/κάτι)με κουράζει αντών + ρ μ
  (καθομιλουμένη)μπουχτίζω ρ αμ
 I grew weary of his constant criticism.
get tired v expr (become fatigued)κουράζομαι ρ.αμ.
tire vi (become tired)βαριέμαι, κουράζομαι ρ.αμ.
get tired vi (lose interest or enthusiasm)χάνω το ενδιαφέρον μου ρ.μετ.
  (μεταφορικά)βαριέμαι, κουράζομαι ρ.αμ.
 I get tired of watching the same movie again and again.
tire [sb] out vtr phrasal sep (make exhausted)εξουθενώνομαι, εξαντλούμαι, κουράζομαι ρ.αμ.
 Every time I look after her kids they tire me out. Taking the underground every day tires me out.
tire yourself out v expr informal (do [sth] to point of exhaustion)εξουθενώνομαι, εξαντλούμαι, κουράζομαι ρ.αμ.
 Don't tire yourself out at the gym.
wear yourself out v expr (do [sth] to point of exhaustion)κουράζομαι, εξασθενώ, καταπονούμαι ρ.αμ.
 Don't wear yourself out by doing too much in one day.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση κουράζομαι στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'κουράζομαι'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης