λαμόγιο

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'λαμόγιο'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
hustler n US, slang (confidence trickster)  (αργκό)απατεώνας, μπαγαπόντης ουσ.αρ.
  λαμόγιο ουσ.ουδ.
hustler n slang (deceitful game-player)  (αργκό)απατεώνας, μπαγαπόντης ουσ.αρ.
  λαμόγιο ουσ.ουδ.
bilker n (confidence trickster, fraud)απατεώνας ουσ αρσ
   (καθομ)μπαγαμπόντης, μπαγαπόντης, παγαπόντης ουσ αρσ
   (καθομ)ματσαράγκας ουσ αρσ
   (αργκό)λαμόγιο ουσ ουδ
diddler n (swindler)  (εξαπάτηση)απατεώνας, λωποδύτης ουσ αρσ
  λαμόγιο ουσ ουδ
gouger n slang (person who swindles or charges unreasonable prices)  (αργκό: απατεώνας)λαμόγιο ουσ ουδ
  μπαγαπόντης, μπαγαπόντισσα, παγαμπόντης, παγαπόντισσα, ουσ αρσ, ουσ θηλ
  απατεώνας, απατεώνισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
goldbricker n US, slang, figurative (swindler)  (αργκό: μτφ απατεώνας)παπατζής, παπατζού ουσ αρσ, ουσ θηλ
   (καθόμ: μειωτικό)λαμόγιας ουσ αρσ
  λαμόγιο ουσ ουδ
cop out
cop-out
vi
slang (avoid responsibility)  (αργκό)την κάνω λαμόγιο έκφρ.
Note: hyphen used when term is a noun
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'λαμόγιο' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'λαμόγιο'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.