λαμόγιο


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
hustler n US, slang (confidence trickster) (αργκό)απατεώνας, μπαγαπόντης ουσ αρσ
  λαμόγιο ουσ ουδ
 Be careful of the hustlers standing outside the station.
bilker n (confidence trickster, fraud)απατεώνας, απατεώνισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)μπαγαμπόντης, μπαγαπόντης, παγαπόντης ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)ματσαράγκας ουσ αρσ
  (αργκό)λαμόγιο ουσ ουδ
diddler n (swindler)απατεώνας, απατεώνισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  λωποδύτης ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)λαμόγιο ουσ ουδ
gouger n slang (person who swindles or charges unreasonable prices) (αργκό: απατεώνας)λαμόγιο ουσ ουδ
  (μεταφορικά)κλέφτης, κλέφτρα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  απατεώνας, απατεώνισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)μπαγαπόντης, μπαγαπόντισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
hustler n slang (deceitful game-player) (αργκό)απατεώνας, μπαγαπόντης ουσ αρσ
  λαμόγιο ουσ ουδ
 He learned all his tricks from a hustler in Las Vegas.
goldbricker n US, slang, figurative (swindler) (αργκό, μεταφορικά)παπατζής, παπατζού ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη, μειωτικό)λαμόγιας ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη, μειωτικό)λαμόγιο ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
cop out vi phrasal slang (avoid responsibility) (αργκό)την κάνω λαμόγιο έκφρ
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is a noun
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση λαμόγιο στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'λαμόγιο'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: dark | clutch

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.