μαλάκας


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
μαλάκας asshole, jerk, jackass
  masturbator
  idiot
  surprised, astounded
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
shit n slang, vulgar, figurative (contemptible person) (υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
 You shit! How could you do such a thing?!
 Ρε μαλάκα! Πως μπόρεσες να κάνεις τέτοιο πράγμα;
ass,
UK: arse
n
US, slang, figurative, pejorative, vulgar (person: rude) (καθομ, χυδαίο, προσβλ)μαλάκας ουσ αρσ
  (μεταφορικά, προσβλ)γαϊδούρι, γουρούνι ουσ ουδ
 Lisa thinks that her boss is an ass.
 Η Λίζα νομίζει ότι το αφεντικό της είναι μαλάκας.
 Η Λίζα νομίζει ότι το αφεντικό της είναι γαϊδούρι (or: γουρούνι).
asshole,
UK: arsehole
n
US, slang, vulgar, figurative (uncaring, insensitive person) (χυδαίο)μαλάκας ουσ αρσ
  (προσβλητικό)γαϊδούρι ουσ ουδ
 Erin's former boyfriend is an asshole.
 Ο πρώην της Έριν είναι μαλάκας (or: γαϊδούρι).
jackass n figurative (idiot) (αργκό)ηλίθιος, βλάκας ουσ αρσ
  (χυδαίο)μαλάκας ουσ αρσ
 Alan is a jackass, he is a jerk to Sarah's friends.
jerk n (rude person) (αργκό, αγενής)κόπανος, βλάκας ουσ αρσ
  (χυδαίο)μαλάκας ουσ αρσ
 Dan decided not to be friends with Ben, because Ben was a jerk.
arse n UK (person) (άτομο, μεταφορικά)βλάκας, ηλίθιος επίθ
  (χυδαίο)μαλάκας ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)ζωντόβολο, ζώον ουσ ουδ
wanker n UK, Aus, pejorative, vulgar (contemptible man) (προσβολή, χυδαίο)μαλάκας ουσ αρσ
  μαλάκω ουσ θηλ
 I wouldn't vote for that bunch of wankers if they paid me.
 Δεν θα ψήφιζα αυτούς τους μαλάκες ακόμη κι αν με πλήρωναν.
dickhead n slang, offensive (stupid person) (ηλίθιος, αργκό)μαλάκας ουσ αρσ
masturbator n ([sb] who self-pleasures)αυνανιστής ουσ αρσ
  (προσβλητικό!)μαλάκας ουσ αρσ
tosser n UK, slang, pejorative, figurative, vulgar (contemptible person) (προσβλητικό)βλάκας ουσ αρσ
  (υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
sonofabitch n slang, vulgar, pejorative (contemptible man) (υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
  μπάσταρδος ουσ αρσ
  (χυδαίο)πουτάνας γιος φρ
  (παλαιό)λεχρίτης ουσ αρσ
fuck-up n slang, vulgar, offensive (person) (κάνει λάθη)αποτυχημένος μτχ πρκ
  (υβριστικό: πιο γενικά)μαλάκας ουσ αρσ
dick n informal, vulgar, slang (mean fellow) (υβριστικό: αχρείος)μαλάκας, πούστης ουσ αρσ
  (προσβλητικό)καθίκι ουσ ουδ
  (προσβλητικό)μπάσταρδος ουσ αρσ
 That guy is such a dick for leaving without paying his share of the bill.
 Τι μαλάκας! Έφυγε χωρίς να πληρώσει το μερίδιό του...
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μου 'κοψε το δρόμο, το καθίκι!
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Κι ήταν ανάγκη να την χτυπήσεις, ρε μπάσταρδε;
fucker n offensive (despicable person) (προσβλητικό, χυδαίο, αργκό)μαλάκας, παπάρας ουσ αρσ
  (προσβλητικό, χυδαίο, αργκό)αρχίδι ουσ ουδ
fuckhead n slang, vulgar (insult: stupid person) (ηλίθιος: αργκό, χυδαίο, προσβλητικό)μαλάκας, σκατοκέφαλος, παπάρας ουσ αρσ
motherfucker n slang, vulgar, figurative, offensive (despicable person) (προσβλητικό)μαλάκας, καριόλης, γαμιόλης ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)αρχίδι, μουνόπανο ουσ ουδ
cocksucker n slang, vulgar, figurative, pejorative (contemptible person) (προσβλητικό, χυδαίο)μαλάκας, παπάρας ουσ αρσ
  (πολύ χυδαίο)αρχίδι ουσ ουδ
shithead n slang, vulgar, insult (contemptible person) (προσβλητικό, χυδαίο)μαλάκας, λεχρίτης, σκατοκέφαλος ουσ αρσ
git n UK, slang, pejorative (contemptible man) (αργκό, μειωτικό)τσουτσέκι ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη, μειωτικό)κόπανος, μαλάκας ουσ αρσ
Σχόλιο: Για άνθρωπο ασήμαντο, άξιο περιφρόνησης, συνήθως νεαρό.
gobsmacked adj UK, slang (astounded)έκπληκτος, κατάπληκτος, άναυδος επίθ
  (αργκό)μένω κάγκελο, παθαίνω πλάκα φρ
  (χυδαίο, αργκό)μένω μαλάκας φρ
douche bag n slang, figurative, insult (contemptible person) (αργκό)μαλάκας, καριόλης, κόπανος ουσ αρσ
 After his obnoxious behavior at the party, everyone thought Matt was a douche bag.
blow [sb]'s mind v expr slang (astound [sb](μτφ: εκπλήσσομαι)τα χάνω, μένω με το στόμα ανοιχτό φρ
  (μτφ: εκπλήσσω κάποιον)κάνω να τα χάσει, αφήνω με το στόμα ανοιχτό φρ
  (αργκό, υβρ: εκπλήσσομαι)μένω μαλάκας φρ
  (αργκό, υβρ: εκπλήσσω κάποιον)αφήνω μαλάκα φρ
 When I heard about the revolutionary new cancer treatment, it blew my mind.
piece of shit n vulgar, slang (despicable person) (χυδαίο, καθομιλουμένη)μαλάκας, μαλακισμένη ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Why do I have to accept that piece of shit in my group?
shit disturber n slang, vulgar, figurative (troublemaker) (καθομιλουμένη)μεγάλος μπελάς επίθ + ουσ ουδ
  (αργκό, χυδαίο)επαγγελματίας μαλάκας φρ ως ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση μαλάκας στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'μαλάκας'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης