μαλάκας

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
μαλάκας asshole, jerk, jackass
  masturbator
  idiot
  surprised, astounded
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
asshole,
UK: arsehole
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, slang, vulgar, figurative (uncaring, insensitive person) (χυδαίο)μαλάκας ουσ αρσ
  (προσβλητικό)γαϊδούρι ουσ ουδ
 Erin's former boyfriend is an asshole.
 Ο πρώην της Έριν είναι μαλάκας (or: γαϊδούρι).
jackass nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (idiot)ηλίθιος επίθ
  (υβριστικό)βλάκας ουσ αρσ
  (χυδαίο)μαλάκας ουσ αρσ
 Alan is a jackass, he is a jerk to Sarah's friends.
SOB nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. mainly US, abbreviation, pejorative (insult: son of a bitch) (χυδαίο, προσβλητικό)μαλάκας ουσ αρσ
  (χυδαίο, μειωτικό)πουτάνας γιος φρ ως ουσ αρσ
 Edward thought Larry was an SOB.
sod nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang, pejorative, vulgar (objectionable person) (χυδαίο, υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
  (προσβλητικό)γελοίος επίθ
  (προσβλητικό)γελοίο υποκείμενο φρ ως ουσ ουδ
 "You sod!" Janice screamed, when her brother tipped a bucket of cold water over her while she was sunbathing.
fucker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. vulgar, pejorative, slang (despicable person) (προσβλητικό, χυδαίο, αργκό)μαλάκας, παπάρας, γαμιόλης ουσ αρσ
  (προσβλητικό, χυδαίο, αργκό)αρχίδι ουσ ουδ
 That fucker stole my car keys!
fuckhead nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, vulgar (insult: stupid person) (ηλίθιος: αργκό, χυδαίο, προσβλητικό)μαλάκας, σκατοκέφαλος, παπάρας ουσ αρσ
wanker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. pejorative, figurative, vulgar, UK, AU (contemptible man) (προσβητικό, χυδαίο)μαλάκας, μαλάκω ουσ αρσ, ουσ θηλ
 I wouldn't vote for that bunch of wankers if they paid me.
 Δεν θα ψήφιζα αυτούς τους μαλάκες ακόμη κι αν με πλήρωναν.
dickhead nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, offensive (stupid person) (ηλίθιος, αργκό)μαλάκας ουσ αρσ
cocksucker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, vulgar, figurative, pejorative (contemptible person) (προσβλητικό, χυδαίο)μαλάκας, παπάρας ουσ αρσ
  (πολύ χυδαίο)αρχίδι ουσ ουδ
 Give me the keys, you cocksucker!
shithead nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, vulgar, insult (contemptible person) (προσβλητικό, χυδαίο)μαλάκας, λεχρίτης, σκατοκέφαλος ουσ αρσ
 In truth, Harry thought his boss was a shithead.
masturbator nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who self-pleasures)αυνανιστής ουσ αρσ
  (προσβλητικό!)μαλάκας ουσ αρσ
git nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang, pejorative (contemptible man) (αργκό, μειωτικό)τσουτσέκι ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη, μειωτικό)κόπανος, μαλάκας ουσ αρσ
Σχόλιο: Για άνθρωπο ασήμαντο, άξιο περιφρόνησης, συνήθως νεαρό.
tosser nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang, pejorative, figurative, vulgar (contemptible person) (προσβλητικό)βλάκας ουσ αρσ
  (υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
sonofabitch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, vulgar, pejorative (contemptible man) (υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
  μπάσταρδος ουσ αρσ
  (χυδαίο)πουτάνας γιος φρ
  (παλαιό)λεχρίτης ουσ αρσ
douchebag,
douche
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, slang, figurative, pejorative, vulgar (person: unpleasant) (αργκό, υβριστικό)μαλάκας, καριόλης, κόπανος ουσ αρσ
 After his obnoxious behavior at the party, everyone thought Matt was a douchebag.
piece of shit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. vulgar, slang (despicable person) (χυδαίο, καθομιλουμένη)μαλάκας, μαλακισμένη ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Why do I have to accept that piece of shit in my group?
f***er,
f*cker
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
vulgar, slang (despicable person) (αργκό: αντί βρισιάς)μαμιόλης, μαμιόλα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (αργκό, χυδαίο, προσβλητικό)γαμιόλης, γαμιόλα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (αργκό: αντί βρισιάς)μακάκας, μ@λάκας ουσ αρσ
  (αργκό, χυδαίο, προσβλητικό)μαλάκας ουσ αρσ
Σχόλιο: "Fucker" can be spelled "f***er" or "f*cker" when someone wants to avoid writing out a profane word.
Σχόλιο: Στο γραπτό λόγο και κυρίως στο διαδίκτυο, για λόγους κομψότητας ή για να μη λογοκρίνεται και αφαιρείται η λέξη, κάποιοι χαρακτήρες αντικαθιστούνται από σύμβολα ή γράμματα όπως το @. Ενδέχεται να υπάρχουν περισσότερες παραλλαγές.
dick nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, vulgar, slang (mean fellow) (υβριστικό: αχρείος)μαλάκας, πούστης ουσ αρσ
  (προσβλητικό)καθίκι ουσ ουδ
  (προσβλητικό)μπάσταρδος ουσ αρσ
 That guy is such a dick for leaving without paying his share of the bill.
 Τι μαλάκας! Έφυγε χωρίς να πληρώσει το μερίδιό του...
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μου 'κοψε το δρόμο, το καθίκι!
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Κι ήταν ανάγκη να την χτυπήσεις, ρε μπάσταρδε;
twat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. pejorative, figurative, vulgar, UK, slang (insult: stupid person) (αργκό, χυδαίο, προσβλητικό)μουνί ουσ ουδ
  (χυδαίο, προσβλητικό)μαλάκας, μαλάκω ουσ αρσ, ουσ θηλ
 This twat in front of me doesn't know how to drive.
motherfucker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, vulgar, figurative, offensive (despicable person) (προσβλητικό)μαλάκας, καριόλης, γαμιόλης ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)αρχίδι, μουνόπανο ουσ ουδ
 That motherfucker stole my car!
tw*t nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. pejorative, figurative, vulgar, UK, slang (insult: stupid person) (αργκό: αντί χυδαίας λέξης)νινί ουσ ουδ
  (αργκό: αντί χυδαίας λέξης)μακάκας, μ@λάκας ουσ αρσ
  (αργκό, χυδαίο, προσβλητικό)μουνί ουσ ουδ
  (αργκό, χυδαίο, προσβλητικό)μαλάκας, μαλάκω ουσ αρσ, ουσ θηλ
Σχόλιο: Στο γραπτό λόγο και κυρίως στο διαδίκτυο, για λόγους κομψότητας ή για να μη λογοκρίνεται και αφαιρείται η λέξη, κάποιοι χαρακτήρες αντικαθιστούνται από σύμβολα ή γράμματα όπως το @. Ενδέχεται να υπάρχουν περισσότερες παραλλαγές.
ass,
UK: arse
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, slang, figurative, pejorative, vulgar (person: rude) (καθομ, χυδαίο, προσβλ)μαλάκας ουσ αρσ
  (μεταφορικά, προσβλ)γαϊδούρι, γουρούνι ουσ ουδ
 Lisa thinks that her boss is an ass.
 Η Λίζα νομίζει ότι το αφεντικό της είναι μαλάκας.
 Η Λίζα νομίζει ότι το αφεντικό της είναι γαϊδούρι (or: γουρούνι).
jerk nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rude person) (καθομ, προσβλητικό)κόπανος, βλάκας ουσ αρσ
  (καθομ, χυδαίο, υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
 Dan decided not to be friends with Ben, because Ben was a jerk.
punk nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, pejorative, slang (disrespectful person) (προσβλητικό)αλήτης, αλήτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (υβριστικό, χυδαίο)μαλάκας, πούστης ουσ αρσ
 What did you say to me, you little punk?
arse nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (person) (υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
fuck-up nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, vulgar, offensive (person) (κάνει λάθη)αποτυχημένος μτχ πρκ
  (υβριστικό: πιο γενικά)μαλάκας ουσ αρσ
shit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, vulgar, figurative (contemptible person) (υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
 You shit! How could you do such a thing?!
 Ρε μαλάκα! Πως μπόρεσες να κάνεις τέτοιο πράγμα;
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
bugger nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. pejorative, vulgar, slang (character, fellow) (καθομ, υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
prick nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. offensive (person: insult) (υβριστικό)μαλάκας, μαλάκω ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Neil is always making offensive comments; he's such a prick!
snot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. insulting (person) (μεταφορικά, προσβλητικό)σκουλήκι ουσ ουδ
  (χυδαίο, προσβλητικό)μαλάκας, παλιομαλάκας ουσ αρσ
c***,
c**t,
c*nt
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
pejorative, figurative, vulgar, slang (obnoxious man) (αργκό: αντί βρισιάς)μπιπ ουσ αρσ άκλ
  (μτφ, χυδαίο, μειωτικό, αργκό)μουνί, μουνάκι ουσ ουδ
  (μτφ, χυδαίο, μειωτικό, αργκό)πούστης, μαλάκας ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
blow [sb]'s mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (astound [sb](μτφ: εκπλήσσομαι)τα χάνω, μένω με το στόμα ανοιχτό φρ
  (μτφ: εκπλήσσω κάποιον)κάνω να τα χάσει, αφήνω με το στόμα ανοιχτό φρ
  (αργκό, υβρ: εκπλήσσομαι)μένω μαλάκας φρ
  (αργκό, υβρ: εκπλήσσω κάποιον)αφήνω μαλάκα φρ
 When I heard about the revolutionary new cancer treatment, it blew my mind.
gobsmacked adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK, slang (astounded)έκπληκτος, κατάπληκτος, άναυδος επίθ
  (αργκό)μένω κάγκελο, παθαίνω πλάκα φρ
  (χυδαίο, αργκό)μένω μαλάκας φρ
shit disturber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, vulgar, figurative (troublemaker) (καθομιλουμένη)μεγάλος μπελάς επίθ + ουσ ουδ
  (αργκό, χυδαίο)επαγγελματίας μαλάκας φρ ως ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση μαλάκας στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'μαλάκας'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης