μαλάκας

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'μαλάκας'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
shit n slang, vulgar, figurative (contemptible person)  (υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
 You shit! How could you do such a thing?!
 Ρε μαλάκα! Πως μπόρεσες να κάνεις τέτοιο πράγμα;
dick n informal (mean fellow)  (αχρείος)μαλάκας ουσ.αρ.
   (προσβλητικό)καθίκι ουσ.ουδ.
   (προσβλητικό)μπάσταρδος ουσ.αρ.
Note: μαλάκας, fem.: μαλάκω
 That guy is such a dick for leaving without paying his share of the bill.
 Τι μαλάκας! Έφυγε χωρίς να πληρώσει το μερίδιό του...
  Μου 'κοψε το δρόμο, το καθίκι!Αυτή η πρόταση δεν αποτελεί μετάφραση της αγγλικής.
  Κι ήταν ανάγκη να την χτυπήσεις, ρε μπάσταρδε;Αυτή η πρόταση δεν αποτελεί μετάφραση της αγγλικής.
jackass n (idiot)  (αργκό)ηλίθιος, βλάκας ουσ.αρ.
   (χυδαίο)μαλάκας ουσ.αρ.
jerk n (rude person)  (αργκό, αγενής)κόπανος, βλάκας ουσ.αρ.
   (χυδαίο)μαλάκας ουσ.αρ.
arse n UK (person)  (άτομο, μεταφορικά)βλάκας, ηλίθιος επίθ.
   (χυδαίο)μαλάκας ουσ.αρ.
   (καθομιλουμένη, μεταφορικά)ζωντόβολο, ζώον ουσ.ουδ.
wanker n UK, Aus, insult, vulgar (contemptible man)  (προσβολή, χυδαίο)μαλάκας ουσ.αρ.
  μαλάκω ουσ.θηλ.
wanker n US, Aus, vulgar (man who masturbates)  (κάποιος που αυνανίζεται, χυδαίο)μαλάκας ουσ.αρ.
  μαλάκω ουσ.θηλ.
douche n insult, vulgar (contemptible person)  (χυδαίο)μαλάκας ουσ.αρ.
  μαλάκω, μαλακισμένη ουσ.θηλ.
dickhead n slang, offensive (stupid person)  (ηλίθιος, αργκό)μαλάκας ουσ.αρ.
masturbator n ([sb] who self-pleasures)αυνανιστής ουσ.αρσ.
   (προσβλητικό!)μαλάκας ουσ.αρσ.
tosser n UK, slang, pejorative, figurative, vulgar (contemptible person)  (προσβλητικό)βλάκας ουσ αρσ
   (υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
sonofabitch n slang, vulgar, pejorative (contemptible man)  (υβρ)μαλάκας ουσ αρσ
  μπάσταρδος ουσ αρσ
   (χυδ)πουτάνας γιος φρ
   (παλαιό)λεχρίτης ουσ αρσ
fuck-up n slang, vulgar, offensive (person)  (κάνει λάθη)αποτυχημένος μτχ πρκ
   (υβριστικό: πιο γενικά)μαλάκας ουσ αρσ
ass n US slang, offensive (rude person)  (αργκό, προσβλητικό: αγενής)μαλάκας, βλάκας ουσ.αρ.
  γαϊδούρι, γουρούνι ουσ.ουδ.
Note: μαλάκας > γουρούνι > γαϊδούρι > βλάκας
 Lisa thinks that her boss is an ass.
 Η Λίζα νομίζει ότι το αφεντικό της είναι μαλάκας (or: βλάκας).
 Η Λίζα νομίζει ότι το αφεντικό της είναι γαϊδούρι (or: γουρούνι).
asshole n vulgar (uncaring, insensitive person)  (χυδαίο)μαλάκας, γαϊδούρι ουσ.αρσ.εν.
 Erin's former boyfriend is an asshole.
 Ο πρώην της Έριν είναι μαλάκας (or: γαϊδούρι).
fucker n offensive (despicable person)  (προσβλητικό, χυδαίο, αργκό)μαλάκας, παπάρας ουσ.αρ.
   (προσβλητικό, χυδαίο, αργκό)αρχίδι ουσ.ουδ.
fuckhead n slang, vulgar (insult: stupid person)  (ηλίθιος: αργκό, χυδαίο, προσβλητικό)μαλάκας, σκατοκέφαλος, παπάρας ουσ.αρ.
motherfucker n offensive (despicable person)  (προσβλητικό)μαλάκας, καριόλης, γαμιόλης ουσ.αρ.
   (καθομιλουμένη)αρχίδι, μουνόπανο ουσ.ουδ.
cocksucker n vulgar, insult (contemptible person)  (προσβλητικό, χυδαίο)μαλάκας, παπάρας ουσ.αρ.
   (πολύ χυδαίο)αρχίδι ουσ.ουδ.
shithead n vulgar, insult (stupid or contemptible person)  (προσβλητικό, χυδαίο)μαλάκας, λεχρίτης, σκατοκέφαλος ουσ.αρ.
git n UK, slang, pejorative (contemptible man)  (αργκό: μειωτικό)τσουτσέκι ουσ ουδ
   (καθομ: βλάκας, ασήμαντος)κόπανος, μαλάκας ουσ αρσ
Note: Για άνθρωπο ασήμαντο, άξιο περιφρόνησης, συνήθως νεαρό.
gobsmacked adj UK, slang (astounded)έκπληκτος, κατάπληκτος επίθ
  άναυδος επίθ
   (αργκό)μένω κάγκελο, παθαίνω πλάκα φρ
   (χυδαίο, αργκό)μένω μαλάκας φρ
douche bag n slang, figurative, insult (contemptible person)  (αργκό)μαλάκας, καριόλης, κόπανος ουσ.αρ.
 After his obnoxious behavior at the party, everyone thought Matt was a douche bag.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'μαλάκας' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'μαλάκας'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.