μαλάκας


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
μαλάκας asshole, jerk, jackass
  masturbator
  idiot
  surprised, astounded
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
asshole,
UK: arsehole
n
US, slang, vulgar, figurative (uncaring, insensitive person) (χυδαίο)μαλάκας ουσ αρσ
  (προσβλητικό)γαϊδούρι ουσ ουδ
 Erin's former boyfriend is an asshole.
 Ο πρώην της Έριν είναι μαλάκας (or: γαϊδούρι).
jackass n figurative (idiot)ηλίθιος επίθ
  (υβριστικό)βλάκας ουσ αρσ
  (χυδαίο)μαλάκας ουσ αρσ
 Alan is a jackass, he is a jerk to Sarah's friends.
SOB n mainly US, pejorative, slang, initialism (insult: son of a bitch) (χυδαίο, προσβλητικό)μαλάκας ουσ αρσ
  (χυδαίο, μειωτικό)πουτάνας γιος φρ ως ουσ αρσ
 Edward thought Larry was an SOB.
sod n UK, slang, pejorative, vulgar (objectionable person) (χυδαίο, υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
  (προσβλητικό)γελοίος επίθ
  (προσβλητικό)γελοίο υποκείμενο φρ ως ουσ ουδ
 "You sod!" Janice screamed, when her brother tipped a bucket of cold water over her while she was sunbathing.
fucker n vulgar, pejorative, slang (despicable person) (προσβλητικό, χυδαίο, αργκό)μαλάκας, παπάρας, γαμιόλης ουσ αρσ
  (προσβλητικό, χυδαίο, αργκό)αρχίδι ουσ ουδ
 That fucker stole my car keys!
fuckhead n slang, vulgar (insult: stupid person) (ηλίθιος: αργκό, χυδαίο, προσβλητικό)μαλάκας, σκατοκέφαλος, παπάρας ουσ αρσ
wanker n pejorative, figurative, vulgar, UK, AU (contemptible man) (προσβητικό, χυδαίο)μαλάκας ουσ αρσ
 I wouldn't vote for that bunch of wankers if they paid me.
 Δεν θα ψήφιζα αυτούς τους μαλάκες ακόμη κι αν με πλήρωναν.
dickhead n slang, offensive (stupid person) (ηλίθιος, αργκό)μαλάκας ουσ αρσ
cocksucker n slang, vulgar, figurative, pejorative (contemptible person) (προσβλητικό, χυδαίο)μαλάκας, παπάρας ουσ αρσ
  (πολύ χυδαίο)αρχίδι ουσ ουδ
 Give me the keys, you cocksucker!
shithead n slang, vulgar, insult (contemptible person) (προσβλητικό, χυδαίο)μαλάκας, λεχρίτης, σκατοκέφαλος ουσ αρσ
 In truth, Harry thought his boss was a shithead.
masturbator n ([sb] who self-pleasures)αυνανιστής ουσ αρσ
  (προσβλητικό!)μαλάκας ουσ αρσ
git n UK, pejorative, slang (contemptible man) (αργκό, μειωτικό)τσουτσέκι ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη, μειωτικό)κόπανος, μαλάκας ουσ αρσ
Σχόλιο: Για άνθρωπο ασήμαντο, άξιο περιφρόνησης, συνήθως νεαρό.
tosser n UK, slang, pejorative, figurative, vulgar (contemptible person) (προσβλητικό)βλάκας ουσ αρσ
  (υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
sonofabitch n slang, vulgar, pejorative (contemptible man) (υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
  μπάσταρδος ουσ αρσ
  (χυδαίο)πουτάνας γιος φρ
  (παλαιό)λεχρίτης ουσ αρσ
son of a bitch n slang, pejorative, vulgar (despicable man) (καθομιλουμένη, προσβλητικό)καθίκι, κάθαρμα, τομάρι ουσ ουδ
  (αργκό, υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
  (αργκό, χυδαίο)αρχίδι ουσ ουδ
 That son of a bitch should be locked away for good. I'm going to kill that son of a bitch.
douchebag,
douche
n
US, slang, figurative, pejorative, vulgar (person: unpleasant) (αργκό, υβριστικό)μαλάκας, καριόλης, κόπανος ουσ αρσ
 After his obnoxious behavior at the party, everyone thought Matt was a douchebag.
piece of shit n vulgar, offensive, slang (despicable person) (χυδαίο, καθομιλουμένη)μαλάκας, μαλακισμένη ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Why do I have to accept that piece of shit in my group?
dick n informal, vulgar, slang (mean fellow) (υβριστικό: αχρείος)μαλάκας, πούστης ουσ αρσ
  (προσβλητικό)καθίκι ουσ ουδ
  (προσβλητικό)μπάσταρδος ουσ αρσ
 That guy is such a dick for leaving without paying his share of the bill.
 Τι μαλάκας! Έφυγε χωρίς να πληρώσει το μερίδιό του...
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μου 'κοψε το δρόμο, το καθίκι!
 This sentence is not a translation of the original sentence. Κι ήταν ανάγκη να την χτυπήσεις, ρε μπάσταρδε;
twat n UK, figurative, pejorative, vulgar, slang (insult: stupid person) (αργκό, χυδαίο, προσβλητικό)μουνί ουσ ουδ
  (χυδαίο, προσβλητικό)μαλάκας, μαλάκω ουσ αρσ, ουσ θηλ
 This twat in front of me doesn't know how to drive.
motherfucker n slang, vulgar, figurative, offensive (despicable person) (προσβλητικό)μαλάκας, καριόλης, γαμιόλης ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)αρχίδι, μουνόπανο ουσ ουδ
 That motherfucker stole my car!
ass,
UK: arse
n
US, slang, figurative, pejorative, vulgar (person: rude) (καθομ, χυδαίο, προσβλ)μαλάκας ουσ αρσ
  (μεταφορικά, προσβλ)γαϊδούρι, γουρούνι ουσ ουδ
 Lisa thinks that her boss is an ass.
 Η Λίζα νομίζει ότι το αφεντικό της είναι μαλάκας.
 Η Λίζα νομίζει ότι το αφεντικό της είναι γαϊδούρι (or: γουρούνι).
punk n US, pejorative, slang (disrespectful person) (προσβλητικό)αλήτης, αλήτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (υβριστικό, χυδαίο)μαλάκας, πούστης ουσ αρσ
 What did you say to me, you little punk?
arse n UK, figurative, pejorative, slang (stupid person) (υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
jerk n (rude person) (καθομ, προσβλητικό)κόπανος, βλάκας ουσ αρσ
  (καθομ, χυδαίο, υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
 Dan decided not to be friends with Ben, because Ben was a jerk.
fuck-up n vulgar, offensive, slang (useless person, failure) (κάνει λάθη)αποτυχημένος μτχ πρκ
  (υβριστικό: πιο γενικά)μαλάκας ουσ αρσ
 My brother is such a fuck-up; he never does anything right.
shit n slang, vulgar, figurative (contemptible person) (υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
 You shit! How could you do such a thing?!
 Ρε μαλάκα! Πως μπόρεσες να κάνεις τέτοιο πράγμα;
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
bugger n pejorative, vulgar, slang (character, fellow) (καθομ, υβριστικό)μαλάκας ουσ αρσ
prick n vulgar, pejorative, offensive, slang (person: insult) (υβριστικό)μαλάκας, μαλάκω ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Neil is always making offensive comments; he's such a prick!
snot n pejorative (person) (μεταφορικά, προσβλητικό)σκουλήκι ουσ ουδ
  (χυδαίο, προσβλητικό)μαλάκας, παλιομαλάκας ουσ αρσ
 "You snot!" Angela exclaimed when Nigel said he was leaving.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
be taken for a ride v expr informal, figurative (be swindled)παραπλανούμαι, εξαπατούμαι ρ αμ
  με παραπλανούν, με εξαπατούν περίφρ
  (καθομιλουμένη)πιάνομαι κορόιδο ρ εκφρ
  (αργκό)πιάνομαι κώτσος, πιάνομαι μαλάκας ρ εκφρ
 I had donated thousands of pounds before I realised I was being taken for a ride.
blow [sb]'s mind v expr slang (astound [sb](μτφ: εκπλήσσομαι)τα χάνω, μένω με το στόμα ανοιχτό φρ
  (μτφ: εκπλήσσω κάποιον)κάνω να τα χάσει, αφήνω με το στόμα ανοιχτό φρ
  (αργκό, υβρ: εκπλήσσομαι)μένω μαλάκας φρ
  (αργκό, υβρ: εκπλήσσω κάποιον)αφήνω μαλάκα φρ
 When I heard about the revolutionary new cancer treatment, it blew my mind.
gobsmacked adj UK, slang (astounded)έκπληκτος, κατάπληκτος, άναυδος επίθ
  (αργκό)μένω κάγκελο, παθαίνω πλάκα φρ
  (χυδαίο, αργκό)μένω μαλάκας φρ
shit disturber n slang, vulgar, figurative (troublemaker) (καθομιλουμένη)μεγάλος μπελάς επίθ + ουσ ουδ
  (αργκό, χυδαίο)επαγγελματίας μαλάκας φρ ως ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση μαλάκας στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'μαλάκας'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic