μαλακία


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
wack adj US, slang (very bad) (πολύ κακός)χάλια ουσ ουδ πλ ως επίθ
  (προσβλητικό)μαλακία ουσ θηλ ως επίθ
masturbation n (sexual self-stimulation)αυνανισμός ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)μαλακία ουσ θηλ
balderdash n informal (nonsense)βλακεία, χαζομάρα, ανοησία, σαχλαμάρα, μπαρούφα, μπούρδα ουσ θηλ
  (μεταφορικά)τρίχες ουσ θηλ πλ
  (υβριστικό)μαλακία ουσ θηλ
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιούνται στον πληθυντικό αριθμό, π.χ. λες βλακείες.
tosh n slang (nonsense)βλακεία, ανοησία ουσ θηλ
  (υβριστικό)μαλακία ουσ θηλ
  (χυδαίο)παπαριά ουσ θηλ
flimflam,
flim flam
n
informal (nonsense) (ανεπίσημο, χυδαίο)μαλακία ουσ θηλ
  βλακεία, ηλιθιότητα ουσ θηλ
guff n slang (nonsense)βλακεία, ανοησία, σαχλαμάρα ουσ θηλ
  χαζομάρα, κοτσάνα ουσ θηλ
  (αργκό, υβρ)μαλακία, παπαριά ουσ θηλ
hooey n US, slang (nonsense)βλακεία, χαζομάρα ουσ θηλ
  κοτσάνα ουσ θηλ
  (υβρ, αργκό)μαλακία ουσ θηλ
  παπαριά ουσ θηλ
poppycock n slang, dated (nonsense)βλακεία, ανοησία, μπούρδα, σαχλαμάρα ουσ θηλ
  (παλαιό)κοτσάνα ουσ θηλ
  (προσβλ)μαλακία ουσ θηλ
  (χυδ)παπαριά ουσ θηλ
 This sentence is not a translation of the original sentence. Βλακείες! Ο ουρανός δεν είναι πράσινος.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Αυτό που λες είναι βλακεία και καλύτερα να το ξανασκεφτείς.
hand job n slang (masturbation of the penis) (αργκό)μαλακία ουσ θηλ
 I can't believe you gave him a hand job in his car!
wank n UK, vulgar, slang (masturbation) (χυδαίο, αργκό: πράξη)μαλακία ουσ θηλ
 Paul found that a wank sometimes helped him get to sleep.
bummer interj slang, US (sorry, that's too bad)κρίμα επιφ
  (αργκό, χυδαίο)μαλακία επιφ
  γαμώτο επίρ
 You didn't get into Oxford? Bummer!
 Δεν μπήκες στην Οξφόρδη; Κρίμα!
Bad luck! interj (commiserations)ατυχία, κρίμα επιφ
  (καθομιλουμένη)γκαντεμιά επιφ
  (υβριστικό, καθομιλουμένη)γαμώτο επιφ
  μαλακία επιφ
 I heard you failed your driving test. Bad luck!
boner n US, slang (error, blunder) (καθομιλουμένη)γκάφα ουσ θηλ
  (χυδαίο)μαλακία ουσ θηλ
 She made a hilarious boner when she gave her speech.
 Έκανε μια ξεκαρδιστική γκάφα όταν έβγαλε το λόγο της.
masturbation n (sexual stimulation of [sb] else)αυνανισμός ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)μαλακία ουσ θηλ
bilge,
bilge water
n
informal, figurative (drivel: worthless talk)αερολογία, κενολογία ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)σαχλαμάρα, μπούρδα, ανοησία ουσ θηλ
  (προσβλητικό)μαλακία ουσ θηλ
cock-up n UK, slang (mess, failure)αποτυχία ουσ θηλ
  (αργκό, προσβλ, μτφ)μαλακία ουσ θηλ
bullshit adj figurative, vulgar, slang (untrue, nonsensical)βλακώδης, ανόητος επίθ
  (καθομ, χυδαίο)μαλακία ουσ θηλ ως επίθ
  (καθομ, χυδαίο)μαλακία, παπαριά ουσ θηλ
 Do you believe that bullshit story about aliens masquerading as humans?
 Πιστεύεις αυτή τη βλακώδη ιστορία πως δήθεν οι εξωγήινοι μεταμφιέζονται σε ανθρώπους;
 Πιστεύεις αυτή τη μαλακία ιστορία πως δήθεν οι εξωγήινοι μεταμφιέζονται σε ανθρώπους;
bollocks adj UK, vulgar, figurative, slang (poor quality) (αργκό, χυδαίο)για τον πούτσο φρ
  μαλακία, παπαριά ουσ θηλ ως επίθ
 My new phone's bollocks - it keeps dropping calls.
frigging n slang, vulgar (masturbation) (αυνανισμός: αργκό, χυδαίο)μαλακία ουσ θηλ
  (αργκό)τρομπάρισμα ουσ ουδ
suck vi slang, figurative (be very bad)είμαι χάλια ρ έκφρ
  είμαι άχρηστος ρ έκφρ
  (έκφραση δυσαρέσκειας: αργκό, χυδαίο)μαλακία ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)βλακεία ουσ θηλ
 You didn't get in? That sucks!
 Δεν μπορεσες να μπεις; Μαλακία (or: Βλακεία)!
fuck-up n vulgar, offensive, slang (mess, failure) (υβριστικό: λάθος)μαλακία ουσ θηλ
  (χυδαίο: λάθος)παπαριά ουσ θηλ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
shit n slang, vulgar, uncountable (nonsense)φούμαρα ουσ ουδ πλ
  (υβριστικό)μαλακία ουσ θηλ
  (χυδαίο)παπαριά ουσ θηλ
 His story is total shit.
shit n uncountable, vulgar, slang (undesirable events) (προσβλητικό)μαλακία ουσ θηλ
  αναποδιά ουσ θηλ
 Shit has been happening all day!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
beat off vi phrasal slang, vulgar (masturbate) (αργκό, χυδαίο)μαλακίζομαι ρ αμ
  (αργκό, χυδαίο)τραβάω μαλακία, τον παίζω έκφρ
 He managed to beat off without his roommate hearing.
clams npl (molluscs eaten as seafood)δίθυρα μαλάκια επίθ + ουσ ουδ πλ
Σχόλιο: Συνήθως, όταν πρόκειται για φαγητό, χρησιμοποιείται η ονομασία του θαλασσινού, π.χ. μύδια, αχιβάδες, κυδώνια κ.λπ.
jerk up vi phrasal UK,figurative (masturbate to orgasm)αυνανίζομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη, μτφ)τον παίζω φρ
  (αργκό, χυδαίο)τραβάω μαλακία ρφ
molluscan,
molluskan
adj
(relating to molluscs) (ζωολογία)σχετικός με τα μαλάκια
wank,
wank off
vi
UK, vulgar, slang (masturbate) (αργκό, χυδαίο: άντρες)τον παίζω, την παίζω έκφρ
  (αργκό, χυδαίο: άντρες)τραβάω μαλακία φρ
  (αργκό, χυδαίο: γυναίκες)το παίζω έκφρ
  (αργκό, χυδαίο: και τα 2 φύλα)μαλακίζομαι ρ αμ
 Susan wanked to relieve her sexual frustration.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση μαλακία στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'μαλακία'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic