μαλακία


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
shit n slang, vulgar, uncountable (nonsense)φούμαρα ουσ ουδ πλ
  (υβριστικό)μαλακία ουσ θηλ
  (χυδαίο)παπαριά ουσ θηλ
 His story is total shit.
shit n slang, vulgar, uncountable (undesirable events) (προσβλητικό)μαλακία ουσ θηλ
  αναποδιά ουσ θηλ
 Shit has been happening all day!
suck vi slang, figurative (be very bad) (αργκό, χυδαίο)μαλακία ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)βλακεία ουσ θηλ
 You didn't get in? That sucks!
 Δεν μπορεσες να μπεις; Μαλακία (or: Βλακεία)!
boner n US, slang (error, blunder) (καθομιλουμένη)γκάφα ουσ θηλ
  (χυδαίο)μαλακία ουσ θηλ
 She made a hilarious boner when she gave her speech.
 Έκανε μια ξεκαρδιστική γκάφα όταν έβγαλε τον λόγο της.
 Έκανε μια ξεκαρδιστική μαλακία όταν έβγαλε τον λόγο της.
frigging n slang, vulgar (masturbation) (αυνανισμός: αργκό, χυδαίο)μαλακία ουσ θηλ
  (αργκό)τρομπάρισμα ουσ ουδ
masturbation n (sexual self-stimulation)αυνανισμός ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)μαλακία ουσ θηλ
masturbation n (sexual stimulation of [sb] else)αυνανισμός ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)μαλακία ουσ θηλ
wack adj US, slang (very bad) (πολύ κακός)χάλια ουσ ουδ πλ ως επίθ
  (προσβλητικό)μαλακία ουσ θηλ ως επίθ
balderdash n informal (nonsense)βλακεία, χαζομάρα, ανοησία, σαχλαμάρα, μπαρούφα, μπούρδα ουσ θηλ
  (μεταφορικά)τρίχες ουσ θηλ πλ
  (υβριστικό)μαλακία ουσ θηλ
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιούνται στον πληθυντικό αριθμό, π.χ. λες βλακείες.
bilge n informal, figurative (drivel: worthless talk)αερολογία, κενολογία ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)σαχλαμάρα, μπούρδα, ανοησία ουσ θηλ
  (προσβλητικό)μαλακία ουσ θηλ
tosh n slang (nonsense)βλακεία, ανοησία ουσ θηλ
  (υβριστικό)μαλακία ουσ θηλ
  (χυδαίο)παπαριά ουσ θηλ
flimflam,
flim flam
n
informal (nonsense) (ανεπίσημο, χυδαίο)μαλακία ουσ θηλ
  βλακεία, ηλιθιότητα ουσ θηλ
hooey n US, slang (nonsense)βλακεία, χαζομάρα ουσ θηλ
  κοτσάνα ουσ θηλ
  (υβρ, αργκό)μαλακία ουσ θηλ
  παπαριά ουσ θηλ
poppycock n slang, dated (nonsense)βλακεία, ανοησία, μπούρδα, σαχλαμάρα ουσ θηλ
  (παλαιό)κοτσάνα ουσ θηλ
  (προσβλ)μαλακία ουσ θηλ
  (χυδ)παπαριά ουσ θηλ
 * Βλακείες! Ο ουρανός δεν είναι πράσινος.
 * Αυτό που λες είναι βλακεία και καλύτερα να το ξανασκεφτείς.
hand job n slang (masturbation of the penis) (αργκό)μαλακία ουσ θηλ
 I can't believe you gave him a hand job in his car!
cock-up n UK, slang (mess, failure)αποτυχία ουσ θηλ
  (αργκό, προσβλ, μτφ)μαλακία ουσ θηλ
fuck-up n slang, vulgar, offensive (mess, failure) (υβριστικό: λάθος)μαλακία ουσ θηλ
  (χυδαίο: λάθος)παπαριά ουσ θηλ
 The whole trip was a fuck-up right from the start.
wank,
wank off
vi
UK slang (masturbate) (αργκό)μαλακίζομαι ρ αμ
  τραβάω μαλακία ρ μ
 Susan wanked to relieve her sexual frustration.
bollocks adj UK, slang (sthg of poor quality) (κάτι χαμηλής ποιότητας, αργκό, χυδαίο)μαλακία, παπαριά ουσ θηλ
guff n slang (nonsense)βλακεία, ανοησία, σαχλαμάρα ουσ θηλ
  χαζομάρα, κοτσάνα ουσ θηλ
  (αργκό, υβρ)μαλακία, παπαριά ουσ θηλ
molluscan,
molluskan
adj
(relating to molluscs) (ζωολογία)σχετικός με τα μαλάκια
beat off vi phrasal slang, vulgar (masturbate) (αργκό, χυδαίο)μαλακίζομαι ρ αμ
  (αργκό, χυδαίο)τραβάω μαλακία, τον παίζω έκφρ
 He managed to beat off without his roommate hearing.
jerk up vi phrasal UK,figurative (masturbate to orgasm)αυνανίζομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη, μτφ)τον παίζω φρ
  (αργκό, χυδαίο)τραβάω μαλακία ρφ
clams npl (molluscs eaten as seafood)δίθυρα μαλάκια επίθ + ουσ ουδ πλ
Σχόλιο: Συνήθως, όταν πρόκειται για φαγητό, χρησιμοποιείται η ονομασία του θαλασσινού, π.χ. μύδια, αχιβάδες, κυδώνια κ.λπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση μαλακία στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'μαλακία'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης