μαλακία

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
wack adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, slang (very bad) (πολύ κακός)χάλια ουσ ουδ πλ ως επίθ
  (προσβλητικό)μαλακία ουσ θηλ ως επίθ
masturbation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sexual self-stimulation)αυνανισμός ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)μαλακία ουσ θηλ
balderdash nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (nonsense)βλακεία, χαζομάρα, ανοησία, σαχλαμάρα, μπαρούφα, μπούρδα ουσ θηλ
  (μεταφορικά)τρίχες ουσ θηλ πλ
  (υβριστικό)μαλακία ουσ θηλ
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιούνται στον πληθυντικό αριθμό, π.χ. λες βλακείες.
tosh nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (nonsense)βλακεία, ανοησία ουσ θηλ
  (υβριστικό)μαλακία ουσ θηλ
  (χυδαίο)παπαριά ουσ θηλ
flimflam,
flim flam
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (nonsense) (ανεπίσημο, χυδαίο)μαλακία ουσ θηλ
  βλακεία, ηλιθιότητα ουσ θηλ
guff nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (nonsense)βλακεία, ανοησία, σαχλαμάρα ουσ θηλ
  χαζομάρα, κοτσάνα ουσ θηλ
  (αργκό, υβρ)μαλακία, παπαριά ουσ θηλ
hooey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang (nonsense)βλακεία, χαζομάρα ουσ θηλ
  κοτσάνα ουσ θηλ
  (υβρ, αργκό)μαλακία ουσ θηλ
  παπαριά ουσ θηλ
poppycock nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, dated (nonsense)βλακεία, ανοησία, μπούρδα, σαχλαμάρα ουσ θηλ
  (παλαιό)κοτσάνα ουσ θηλ
  (προσβλ)μαλακία ουσ θηλ
  (χυδ)παπαριά ουσ θηλ
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Βλακείες! Ο ουρανός δεν είναι πράσινος.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτό που λες είναι βλακεία και καλύτερα να το ξανασκεφτείς.
hand job nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (masturbation of the penis) (αργκό)μαλακία ουσ θηλ
 I can't believe you gave him a hand job in his car!
boner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang (error, blunder) (καθομιλουμένη)γκάφα ουσ θηλ
  (χυδαίο)μαλακία ουσ θηλ
 She made a hilarious boner when she gave her speech.
 Έκανε μια ξεκαρδιστική γκάφα όταν έβγαλε το λόγο της.
masturbation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sexual stimulation of [sb] else)αυνανισμός ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)μαλακία ουσ θηλ
bilge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (drivel: worthless talk)αερολογία, κενολογία ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)σαχλαμάρα, μπούρδα, ανοησία ουσ θηλ
  (προσβλητικό)μαλακία ουσ θηλ
cock-up nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, slang (mess, failure)αποτυχία ουσ θηλ
  (αργκό, προσβλ, μτφ)μαλακία ουσ θηλ
bullshit adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, vulgar, slang (untrue, nonsensical)βλακώδης, ανόητος επίθ
  (καθομ, χυδαίο)μαλακία ουσ θηλ ως επίθ
  (καθομ, χυδαίο)μαλακία, παπαριά ουσ θηλ
 Do you believe that bullshit story about aliens masquerading as humans?
 Πιστεύεις αυτή τη βλακώδη ιστορία πως δήθεν οι εξωγήινοι μεταμφιέζονται σε ανθρώπους;
 Πιστεύεις αυτή τη μαλακία ιστορία πως δήθεν οι εξωγήινοι μεταμφιέζονται σε ανθρώπους;
frigging nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, vulgar (masturbation) (αυνανισμός: αργκό, χυδαίο)μαλακία ουσ θηλ
  (αργκό)τρομπάρισμα ουσ ουδ
bollocks adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK, slang (sthg of poor quality) (κάτι χαμηλής ποιότητας, αργκό, χυδαίο)μαλακία, παπαριά ουσ θηλ
suck viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." slang, figurative (be very bad) (αργκό, χυδαίο)μαλακία ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)βλακεία ουσ θηλ
 You didn't get in? That sucks!
 Δεν μπορεσες να μπεις; Μαλακία (or: Βλακεία)!
fuck-up nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, vulgar, offensive (mess, failure) (υβριστικό: λάθος)μαλακία ουσ θηλ
  (χυδαίο: λάθος)παπαριά ουσ θηλ
 The whole trip was a fuck-up right from the start.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
shit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, vulgar, uncountable (nonsense)φούμαρα ουσ ουδ πλ
  (υβριστικό)μαλακία ουσ θηλ
  (χυδαίο)παπαριά ουσ θηλ
 His story is total shit.
shit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, vulgar, uncountable (undesirable events) (προσβλητικό)μαλακία ουσ θηλ
  αναποδιά ουσ θηλ
 Shit has been happening all day!
wank nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK slang (masturbation) (χυδαίο, αργκό: πράξη)μαλακία ουσ θηλ
 Paul found that a wank sometimes helped him get to sleep.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
beat off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." slang, vulgar (masturbate) (αργκό, χυδαίο)μαλακίζομαι ρ αμ
  (αργκό, χυδαίο)τραβάω μαλακία, τον παίζω έκφρ
 He managed to beat off without his roommate hearing.
clams nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (molluscs eaten as seafood)δίθυρα μαλάκια επίθ + ουσ ουδ πλ
Σχόλιο: Συνήθως, όταν πρόκειται για φαγητό, χρησιμοποιείται η ονομασία του θαλασσινού, π.χ. μύδια, αχιβάδες, κυδώνια κ.λπ.
jerk up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." UK,figurative (masturbate to orgasm)αυνανίζομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη, μτφ)τον παίζω φρ
  (αργκό, χυδαίο)τραβάω μαλακία ρφ
molluscan,
molluskan
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(relating to molluscs) (ζωολογία)σχετικός με τα μαλάκια
wank,
wank off
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
UK slang (masturbate) (αργκό, χυδαίο: άντρες)τον παίζω, την παίζω έκφρ
  (αργκό, χυδαίο: άντρες)τραβάω μαλακία φρ
  (αργκό, χυδαίο: γυναίκες)το παίζω έκφρ
  (αργκό, χυδαίο: και τα 2 φύλα)μαλακίζομαι ρ αμ
 Susan wanked to relieve her sexual frustration.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση μαλακία στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'μαλακία'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης