μελάσσα


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
molasses n (thick sugar syrup)μελάσσα ουσ θηλ
molasses n US (treacle, sugar syrup)μελάσσα ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση μελάσσα στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'μελάσσα'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης