μελάσσα


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
molasses nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thick sugar syrup)μελάσσα ουσ θηλ
 This recipe calls for molasses, not honey.
molasses nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (treacle, sugar syrup)μελάσσα ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση μελάσσα στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'μελάσσα'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ bit

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης