οργασμό


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2018:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
achieve orgasm v expr (climax sexually)έρχομαι σε οργασμό, φτάνω σε οργασμό περίφρ
  (μεταφορικα)ολοκληρώνω, τελειώνω ρ αμ
climax vi (reach orgasm)φτάνω σε οργασμό, φτάνω στην κορύφωση περίφρ
  (καθομιλουμένη)τελειώνω ρ αμ
 Men often climax more easily and readily than women.
 Οι άνδρες συχνά φτάνουν πιο εύκολα και γρήγορα σε οργασμό από τις γυναίκες.
get off vi phrasal slang (have an orgasm)φτάνω σε οργασμό έκφρ
  (καθομιλουμένη)τελειώνω ρ αμ
 It takes me a long time to get off when we have sex in the missionary position.
 Μου παίρνει ώρα να φτάσω σε οργασμό όταν κάνουμε έρωτα στην ιεραποστολική στάση.
get your rocks off v expr slang (have an orgasm)έχω οργασμό περίφρ
  έρχομαι σε οργασμό περίφρ
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)χύνω, τελειώνω ρ αμ
 Tony wants to get his rocks off.
jack [sb] off,
jack off [sb]
vtr phrasal sep
slang, vulgar (bring to orgasm) (χυδαίο)φέρνω σε οργασμό, την παίζω έκφρ
 He asked her to jack him off, but she refused and left.
 Της ζήτησε να του την παίξει, αλλά αυτή αρνήθηκε κι έφυγε.
orgasm vi (reach sexual climax)έρχομαι σε οργασμό, έχω οργασμό ρ έκφρ
  (καθομιλουμένη, μτφ)τελειώνω ρ αμ
 Bill couldn't orgasm during sex, only during foreplay.
reach orgasm v expr (climax sexually, come)φτάνω σε οργασμό ρ αμ
  (αργκό)τελειώνω ρ αμ
 Some people become so dependent on pornography that they can't reach orgasm without it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση οργασμό στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'οργασμό'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Πορτογαλικά | Ιταλικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: rid | rage

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης