ορμάω


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
ορμάω,
ορμώ
rush, charge
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
dash vi (run)τρέχω ρ αμ
  ορμάω, ορμώ ρ αμ
 The children dashed across the playground.
pounce,
pounce on,
pounce on [sb],
pounce on [sth]
vi
(jump upon prey) (σε κάποιον/κάτι)ορμάω, χυμάω, χιμάω, χυμώ, χιμώ ρ αμ
 The eagle pounced on the rabbit and carried it off.
 Ο αετός χύμηξε στο λαγό και τον πήρε μαζί του.
careen vi (rush headlong)ορμώ, ορμάω ρ αμ
  (σε κατήφορο)κουτρουβαλάω, κουτρουβαλώ ρ αμ
dig in vi phrasal informal (start a meal) (αργκό, μεταφορικά: στο φαγητό)ορμάω ρ αμ
 My mouth watered when I smelled my mom's homemade apple pie and I was ready to dig in.
sweep in vi phrasal figurative (enter in a dramatic way) (μεταφορικά)ορμάω, ορμώ ρ αμ
  (μεταφορικά)εισβάλλω ρ αμ
sweep in vi phrasal figurative (dash into a place) (μεταφορικά)ορμάω ρ αμ
  μπουκάρω ρ αμ
leap vi (attack)ορμάω, ορμώ ρ αμ
  χιμάω, χιμώ ρ αμ
  (πάνω σε κπ/κτ)πηδάω, πηδώ ρ αμ
  (ανεπίσημο)την πέφτω σε κπ/κτ έκφρ
 The lion leaped at the antelope.
scramble vi (move rapidly)χιμάω, χιμώ ρ αμ
  ορμάω, ορμώ ρ αμ
  τρέχω ρ αμ
 The dog scrambled out of the door.
go for [sb/sth] vi + prep informal (attack)επιτίθεμαι, ορμάω ρ μ
  (καθομιλουμένη, μτφ)την πέφτω έκφρ
 Suddenly the dog went for him, snarling fiercely.
 Ξαφνικά, του όρμησε ο σκύλος γρυλίζοντας άγρια.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
spurt,
spirt
vi
(suddenly increase) (μεταφορικά)εκτινάσσομαι, εκτοξεύομαι ρ αμ
  ορμάω, ορμώ ρ αμ
 The athelete spurted forward to take the lead.
plunge vi (rush)ορμάω, ορμώ, χιμάω, χιμώ ρ αμ
  (μεταφορικά)βουτάω, βουτώ ρ αμ
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)πέφτω με τα μούτρα έκφρ
 Tara plunged through the crowd, determined to reach her destination.
surge vi figurative (move forcefully) (καθομιλουμένη)πετάγομαι, πετιέμαι, τινάζομαι ρ αμ
  εκτινάσσομαι ρ αμ
  χιμάω, χιμώ, ορμάω, ορμώ ρ αμ
 Lydia pressed her foot down on the accelerator and the car surged forward.
sick [sb] vtr (dog: urge to attack)ορμάω ρ μ
  (εντολή, πρόσταγμα)πάνω του, επάνω του επιφ
 Sick him, boy!
 Όρμα του αγόρι μου!
 Πάνω του αγόρι μου!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
bolt out vi phrasal (exit rapidly)ορμάω έξω ρ αμ + επίρ
  βγαίνω γρήγορα ρ αμ + επίρ
  βγαίνω τρέχοντας περίφρ
  (μεταφορικά)πετάγομαι έξω ρ αμ + επίρ
 The spooked horse bolted out of the barn.
dig into [sth] vtr phrasal insep informal (eat heartily) (μεταφορικά, καθομ)πέφτω με τα μούτρα σε κτ έκφρ
  (μεταφορικά, καθομ)ορμάω σε κτ, χιμάω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 The apple pie looks delicious; I can't wait to dig into it.
go ahead and do [sth] v expr informal (do [sth] with permission)δε διστάζω να κάνω κτ φρ
  (ανεπίσημο)ορμάω και κάνω κτ φρ
Σχόλιο: Μπορεί και να παραληφθεί τελείως, πχ «Δε χρειάζεται να ρωτάς, απλά κάντο».
 No need to ask: just go ahead and do it.
scramble to do [sth] v expr (move hastily)τρέχω να κάνω κτ, βιάζομαι να κάνω κτ περίφρ
  χιμάω να κάνω κτ, ορμάω να κάνω κτ περίφρ
 Daisy saw the tree falling and scrambled to get out of the way.
storm off vi phrasal (leave angrily)ορμάω έξω ρ αμ
 After the argument, he stormed off to pout. Don't storm off; I'm talking to you!
 Μετά τη διαφωνία όρμηξε έξω για να κάνει μούτρα.
storm out vi phrasal (exit angrily)ορμάω έξω ρ αμ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 He stormed out of the building after arguing with his boss.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ορμάω στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ορμάω'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: bite | noodle

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.