ορμάω


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
ορμάω,
ορμώ
rush, charge
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
sick [sb] vtr (dog: urge to attack)ορμάω ρ μ
  (εντολή, πρόσταγμα)πάνω του επιφ
 Sick him, boy!
 Όρμα του αγόρι μου!
 Πάνω του αγόρι μου!
burst vi (come into view) (εμφανίζομαι, ορμητικά)ορμάω ρ αμ
  (καθομιλουμένη)σκάω μύτη έκφρ
Σχόλιο: ορμάω: επίσης: ορμώ (συνηρ.)
bolt vi (run off suddenly) (τρέχω ξαφνικά, γρήγορα)ορμάω ρ αμ
  (καθομιλουμένη: φεύγω)λακίζω ρ αμ
  (καθομιλουμένη: φεύγω)το σκάω, παίρνω δρόμο έκφρ
  (καθομιλουμένη: εμφανίζομαι)ξεπετιέμαι, ξεπετάγομαι ρ αμ
 The rabbit bolted at the sound of the car door slamming shut.
sweep in vi phrasal figurative (dash into a place) (μεταφορικά)ορμάω ρ αμ
  μπουκάρω ρ αμ
dart vi (run) (τρέχω)ορμάω, χιμώ, τινάζομαι ρ αμ
  (μεταφορικά)εκτινάσσομαι, εκσφενδονίζομαι, εξακοντίζομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)μουντάρω, βουτάω ρ αμ
dash vi (run)ορμάω, εφορμάω, εκτινάσσομαι, σπεύδω ρ αμ
  (καθομιλουμένη)χιμώ, πιλαλώ ρ αμ
  (καθομιλουμένη)του δίνω έκφρ
Σχόλιο: ορμάω, εφορμάω: επίσης: ορμώ, εφορμώ (συνηρ.)
fling vtr (self at [sb](σε κάποιον)ορμάω, ρίχνομαι, πέφτω, πετιέμαι ρ αμ
Σχόλιο: ορμάω: επίσης: ορμώ (συνηρ.)
raid vtr (by police) (αστυνομία)εισβάλλω ρ αμ
  κάνω επιδρομή, κάνω έφοδο έκφρ
  (καθομιλουμένη)ορμάω, μπουκάρω ρ αμ
  (καθομιλουμένη)κάνω ντου έκφρ
Σχόλιο: ορμάω: επίσης: ορμώ (συνηρ.)
go for [sb/sth] vi + prep informal (attack)επιτίθεμαι, ορμάω ρ μ
  (καθομιλουμένη, μτφ)την πέφτω έκφρ
 Suddenly the dog went for him, snarling fiercely.
 Ξαφνικά, του όρμησε ο σκύλος γρυλίζοντας άγρια.
storm off vi phrasal (leave angrily)ορμάω έξω ρ αμ
 After the argument, he stormed off to pout. Don't storm off; I'm talking to you!
 Μετά τη διαφωνία όρμηξε έξω για να κάνει μούτρα.
storm out vi phrasal (exit angrily)ορμάω έξω ρ αμ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 He stormed out of the building after arguing with his boss.
bolt out vi phrasal (exit rapidly)ορμάω έξω ρ αμ + επίρ
  βγαίνω γρήγορα ρ αμ + επίρ
  βγαίνω τρέχοντας περίφρ
  (μεταφορικά)πετάγομαι έξω ρ αμ + επίρ
 The spooked horse bolted out of the barn.
sweep in vi phrasal figurative (enter in a dramatic way) (μεταφορικά)ορμάω, ορμώ ρ αμ
  (μεταφορικά)εισβάλλω ρ αμ
careen vi (rush headlong)ορμώ, ορμάω ρ αμ
  (σε κατήφορο)κουτρουβαλάω, κουτρουβαλώ ρ αμ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ορμάω στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ορμάω'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης