ορμάω

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
ορμάω,
ορμώ
rush, charge
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
dash viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (run)τρέχω ρ αμ
  ορμάω, ορμώ ρ αμ
 The children dashed across the playground.
pounce,
pounce on,
pounce on [sb],
pounce on [sth]
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(jump upon prey) (σε κάποιον/κάτι)ορμάω, χυμάω, χιμάω, χυμώ, χιμώ ρ αμ
 The eagle pounced on the rabbit and carried it off.
 Ο αετός χύμηξε στο λαγό και τον πήρε μαζί του.
careen viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (rush headlong)ορμώ, ορμάω ρ αμ
  (σε κατήφορο)κουτρουβαλάω, κουτρουβαλώ ρ αμ
sweep in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative (enter in a dramatic way) (μεταφορικά)ορμάω, ορμώ ρ αμ
  (μεταφορικά)εισβάλλω ρ αμ
sweep in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative (dash into a place) (μεταφορικά)ορμάω ρ αμ
  μπουκάρω ρ αμ
scramble viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (move rapidly)χιμάω, χιμώ ρ αμ
  ορμάω, ορμώ ρ αμ
  τρέχω ρ αμ
 The dog scrambled out of the door.
leap viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (attack)ορμάω, ορμώ ρ αμ
  χιμάω, χιμώ ρ αμ
  (πάνω σε κπ/κτ)πηδάω, πηδώ ρ αμ
  (ανεπίσημο)την πέφτω σε κπ/κτ έκφρ
 The lion leaped at the antelope.
go for [sb/sth] vi + prep informal (attack)επιτίθεμαι, ορμάω ρ μ
  (καθομιλουμένη, μτφ)την πέφτω έκφρ
 Suddenly the dog went for him, snarling fiercely.
 Ξαφνικά, του όρμησε ο σκύλος γρυλίζοντας άγρια.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
spurt,
spirt
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(suddenly increase) (μεταφορικά)εκτινάσσομαι, εκτοξεύομαι ρ αμ
  ορμάω, ορμώ ρ αμ
 The athelete spurted forward to take the lead.
plunge viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (rush) (μεταφορικά)βουτάω, βουτώ ρ αμ
  ορμάω, ορμώ, χιμάω, χιμώ ρ αμ
  (μεταφορικά, ανεπίσημο)πέφτω με τα μούτρα έκφρ
 Tara plunged through the crowd, determined to reach her destination.
surge viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (move forcefully) (καθομιλουμένη)πετάγομαι, πετιέμαι, τινάζομαι ρ αμ
  εκτινάσσομαι ρ αμ
  χιμάω, χιμώ, ορμάω, ορμώ ρ αμ
 Lydia pressed her foot down on the accelerator and the car surged forward.
sick [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (dog: urge to attack)ορμάω ρ μ
  (εντολή, πρόσταγμα)πάνω του επιφ
 Sick him, boy!
 Όρμα του αγόρι μου!
 Πάνω του αγόρι μου!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
bolt out vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (exit rapidly)ορμάω έξω ρ αμ + επίρ
  βγαίνω γρήγορα ρ αμ + επίρ
  βγαίνω τρέχοντας περίφρ
  (μεταφορικά)πετάγομαι έξω ρ αμ + επίρ
 The spooked horse bolted out of the barn.
dig into [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] informal (eat heartily) (μεταφορικά, καθομ)πέφτω με τα μούτρα σε κτ έκφρ
  (μεταφορικά, καθομ)ορμάω σε κτ, χιμάω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 The apple pie looks delicious; I can't wait to dig into it.
go ahead and do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (do [sth] with permission)δε διστάζω να κάνω κτ φρ
  (ανεπίσημο)ορμάω και κάνω κτ φρ
Σχόλιο: Μπορεί και να παραληφθεί τελείως, πχ «Δε χρειάζεται να ρωτάς, απλά κάντο».
 No need to ask: just go ahead and do it.
scramble to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (move hastily)τρέχω να κάνω κτ, βιάζομαι να κάνω κτ περίφρ
  χιμάω να κάνω κτ, ορμάω να κάνω κτ περίφρ
 Daisy saw the tree falling and scrambled to get out of the way.
storm off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (leave angrily)ορμάω έξω ρ αμ
 After the argument, he stormed off to pout. Don't storm off; I'm talking to you!
 Μετά τη διαφωνία όρμηξε έξω για να κάνει μούτρα.
storm out vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (exit angrily)ορμάω έξω ρ αμ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 He stormed out of the building after arguing with his boss.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ορμάω στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ορμάω'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης