ορμάω

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'ορμάω'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
burst vi (come into view) εμφανίζομαι, ορμητικάορμάω ρ.αμ.
 καθομιλουμένησκάω μύτη έκφρ.
Note: ορμάω: επίσης: ορμώ (συνηρ.)
bolt vi (suddenly run) τρέχω ξαφνικά, γρήγοραορμάω ρ.αμ.
 καθομιλουμένη: φεύγωλακίζω ρ.αμ.
 καθομιλουμένη: φεύγωτο σκάω, παίρνω δρόμο έκφρ.
 καθομιλουμένη: εμφανίζομαιξεπετιέμαι, ξεπετάγομαι ρ.αμ.
Note: ορμάω: επίσης: ορμώ (συνηρ.), ξεπετιέμαι, ξεπετάγομαι: μέση φωνή
dart vi (run) τρέχωορμάω, χιμώ, τινάζομαι ρ.αμ.
 μεταφορικάεκτινάσσομαι, εκσφενδονίζομαι, εξακοντίζομαι ρ.αμ.
 καθομιλουμένημουντάρω, βουτάω ρ.αμ.
Note: ορμάω, βουτάω: επίσης: ορμώ, βουτώ (συνηρ.)
dash vi (run)ορμάω, εφορμάω, εκτινάσσομαι, σπεύδω ρ.αμ.
 καθομιλουμένηχιμώ, πιλαλώ ρ.αμ.
 καθομιλουμένητου δίνω έκφρ.
Note: ορμάω, εφορμάω: επίσης: ορμώ, εφορμώ (συνηρ.)
fling vtr (self at [sb]) σε κάποιονορμάω, ρίχνομαι, πέφτω, πετιέμαι ρ.αμ.
Note: ορμάω: επίσης: ορμώ (συνηρ.)
raid vtr (by police) αστυνομίαεισβάλλω ρ.αμ.
 κάνω επιδρομή, κάνω έφοδο έκφρ.
 καθομιλουμένηορμάω, μπουκάρω ρ.αμ.
 καθομιλουμένηκάνω ντου έκφρ.
Note: ορμάω: επίσης: ορμώ (συνηρ.)
lunge vi (body: jump forward)εφορμώ, χιμάω, ορμάω, ρίχνομαι ρ.αμ.
 αργκόμουντάρω ρ.αμ.
Note: χιμάω, ορμάω: επίσης: χιμώ, ορμώ (συνηρ.)
storm off vi phrasal (leave angrily)ορμάω έξω ρ.αμ.
Note: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 After the argument, he stormed off to pout.
storm out vi phrasal (exit angrily)ορμάω έξω ρ.αμ.
Note: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 He stormed out of the building after arguing with his boss.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'ορμάω' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'ορμάω'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.