NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'οσμή'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
smell n (odour, fragrance)μυρωδιά, οσμή ουσ.θηλ.
   (πολύ ωραία μυρωδιά)άρωμα ουσ ουδ
  ευωδιά ουσ θηλ
 The smell of the cooking filled the house.
 Η μυρωδιά (or: οσμή) του φαγητού γέμισε το σπίτι.
scent n (pleasant smell)μυρωδιά, οσμή ουσ.θηλ.
smelly adj (cheese)  (τυρί)με έντονη οσμή, με έντονη μυρωδιά περίφρ.
BO n informal, abbreviation (body odour)σωματική οσμή, σωματική μυρωδιά ουσ.θηλ.
 Whoa, somebody here has terrible BO.
 Ωχ, κάποιος εδώ έχει απαίσια σωματική οσμή.
waft n (smell)οσμή, μυρωδιά ουσ.θηλ.
whiff n (scent, smell)οσμή, μυρωδιά ουσ.θηλ.
redolent adj (aromatic, odorous)  (κυριολεκτικά)με έντονη οσμή περίφρ
  αρωματικός επίθ
body odor,
UK: body odour
US (bad personal smell)σωματική οσμή φρ ως ουσ θηλ
 Children will typically start to produce body odor once they have started puberty.
 Τα παιδιά αρχίζουν συνήθως να αναπτύσουν σωματικές οσμές όταν μπουν στη εφηβεία.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'οσμή' στον τίτλο:

See Google Translate's machine translation of 'οσμή'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.