οσμή


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
οσμή smell
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
aroma n (fragrant smell) (μυρωδιά)άρωμα ουσ ουδ
  (ευχάριστη)οσμή, ευωδιά ουσ θηλ
 There's a wonderful aroma coming from the kitchen.
whiff n (scent, smell)οσμή, μυρωδιά ουσ θηλ
 I caught a whiff of stale tobacco when Paul walked past me.
smell n (odour, fragrance)μυρωδιά, οσμή ουσ θηλ
  (πολύ ωραία μυρωδιά)άρωμα ουσ ουδ
  ευωδιά ουσ θηλ
 The smell of the cooking filled the house.
 Η μυρωδιά (or: οσμή) του φαγητού γέμισε το σπίτι.
waft n (smell) (ευχάριστο)άρωμα ουσ ουδ
  (συνήθως ανεπαίσθητη)οσμή, μυρωδιά ουσ θηλ
 We could smell the waft of fresh coffee.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
body odor,
UK: body odour
n
US (bad personal smell)σωματική οσμή φρ ως ουσ θηλ
 Children will typically start to produce body odor once they have started puberty.
 Τα παιδιά αρχίζουν συνήθως να αναπτύσουν σωματικές οσμές όταν μπουν στη εφηβεία.
deodorize [sth],
also UK: deodorise [sth]
vtr
(neutralize smell)απομακρύνω την οσμή, απομακρύνω τη μυρωδιά περίφρ
 This powder deodorizes cat litter.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση οσμή στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'οσμή'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: pair | skirt

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.