οσμή

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'οσμή'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
smell n (odour, fragrance)μυρωδιά, οσμή ουσ.θηλ.
  (πολύ ωραία μυρωδιά)άρωμα ουσ ουδ
  ευωδιά ουσ θηλ
 The smell of the cooking filled the house.
 Η μυρωδιά (or: οσμή) του φαγητού γέμισε το σπίτι.
scent n (pleasant smell)μυρωδιά, οσμή ουσ.θηλ.
smelly adj (cheese) (τυρί)με έντονη οσμή, με έντονη μυρωδιά περίφρ.
BO n informal, abbreviation (body odour)σωματική οσμή, σωματική μυρωδιά ουσ.θηλ.
 Whoa, somebody here has terrible BO.
 Ωχ, κάποιος εδώ έχει απαίσια σωματική οσμή.
waft n (smell)οσμή, μυρωδιά ουσ.θηλ.
whiff n (scent, smell)οσμή, μυρωδιά ουσ.θηλ.
redolent adj (aromatic, odorous) (κυριολεκτικά)με έντονη οσμή περίφρ
  αρωματικός επίθ
body odor,
UK: body odour
n
US (bad personal smell)σωματική οσμή φρ ως ουσ θηλ
 Children will typically start to produce body odor once they have started puberty.
 Τα παιδιά αρχίζουν συνήθως να αναπτύσουν σωματικές οσμές όταν μπουν στη εφηβεία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση οσμή στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'οσμή'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης