ουσιαστικος


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
close-up adj (intimate, detailed)λεπτομερής, ενδελεχής επίθ
  βαθύς, ουσιαστικός επίθ
  (λόγιος)εκ του σύνεγγυς φρ ως επίθ
  (μεταφορικά: ματιά)κοντινός επίθ
 The book provides a close-up insight into the film star's life.
de facto adj (actual, real) (όχι μόνο κατ' όνομα)πραγματικός, αληθινός επίθ
  ουσιαστικός επίθ
  (επίσημο)de facto επίθ άκλ
 Although not officially in charge, he is the de facto decision maker.
essential adj (basic, fundamental)βασικός, ουσιαστικός επίθ
 The essential purpose of a holiday is to relax.
formal adj (valid)αληθινός, πραγματικός, ουσιαστικός επίθ
 If there are no formal objections then I'll carry on.
keen adj figurative (profound)βαθύς, ουσιαστικός επίθ
 She has a keen interest in politics.
 Διακατέχεται από βαθύ (or: ουσιαστικό) ενδιαφέρον για την πολιτική.
material adj figurative (substance, not form)ουσιαστικός, ουσιώδης επίθ
 Let's try to take the emotion away and consider the material facts.
 Ας δοκιμάσουμε να αφήσουμε στην άκρη τα συναισθήματα και να ασχοληθούμε με ουσιώδη (or: ουσιαστικά) πράγματα.
meaningful adj (profound, significant)σημαντικός, ουσιαστικός επίθ
  (εμφατικός τύπος)βαρυσήμαντος επίθ
 The end of the war turned out to be one of the most meaningful events of the century.
par excellence adj (very fine, finest)ουσιαστικός, ουσιώδης, βασικός, στοιχειώδης, απαραίτητος επίθ
 Some say this stuff is the local wine par excellence.
profound adj (extensive) (μεταφορικά)βαθύς επίθ
  ριζικός, ουσιαστικός επίθ
 Profound changes will be needed to curb the rising violence.
 Θα χρειαστούν βαθιές αλλαγές για να περιοριστεί η αυξανόμενη βία.
purposeful adj (considered, meaningful)ουσιαστικός επίθ
  (αποτελεσματικός)εύστοχος επίθ
 We're hoping for some purposeful dialogue this afternoon.
 Ελπίζουμε σε έναν ουσιαστικό διάλογο σήμερα το απόγευμα.
substantial adj (important)ουσιαστικός, ουσιώδης επίθ
  σημαντικός επίθ
 The company is undergoing a period of substantial reforms.
substantial adj (fundamental)ουσιαστικός, ουσιώδης επίθ
  βασικός, θεμελιώδης επίθ
 There has been a substantial shift in people's attitudes over the last few decades.
substantive adj (considerable)ουσιώδης, ουσιαστικός επίθ
  σημαντικός επίθ
 There are no substantive arguments for continuing the funding.
 Δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφωνίες για τη συνέχιση της χρηματοδότησης.
substantive adj (real, substantial)ουσιώδης, ουσιαστικός επίθ
  πραγματικός, υπαρκτός επίθ
 There are no substantive arguments for continuing the funding.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ουσιαστικος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ουσιαστικος'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: check | bond

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.