πάθιασμα


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
excitement n (person's) (ατόμου)έξαψη, (υπερ)διέγερση ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)πάθιασμα, πώρωση, πρίζωμα, τσίτωμα ουσ ουδ
 Rachel couldn't contain her excitement when she found out she was pregnant.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση πάθιασμα στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'πάθιασμα'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης