WordReference English-Greek Dictionary © 2018:

Κύριες μεταφράσεις
πέρασμα passage
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
crossing n (place to cross road) (σε δρόμο)διάβαση ουσ θηλ
  πέρασμα ουσ ουδ
 That sign marks a pedestrian crossing.
 Εκείνο το σήμα δείχνει διάβαση πεζών.
passage n (physical path)πέρασμα ουσ ουδ
  (σε εξωτερικό χώρο)μονοπάτι ουσ ουδ
  (επίσημο)δίοδος, διέλευση ουσ θηλ
  (σε κλειστό χώρο)διάδρομος ουσ αρσ
 There's a passage leading from the car park to the main shopping street.
 Υπάρχει ένα μονοπάτι που οδηγεί από το πάρκινγκ αυτοκινήτων στον κεντρικό εμπορικό δρόμο.
pathway n (path)μονοπάτι ουσ ουδ
  πέρασμα ουσ ουδ
 There is a pathway leading from the gate to the front door.
 Υπάρχει ένα μονοπάτι που οδηγεί από την πύλη στην εξώπορτα.
stint n (time period)θητεία ουσ θηλ
  (χρόνος)διάστημα ουσ ουδ
  περίοδος ουσ θηλ
  (καθομ: για λίγο καιρό)πέρασμα ουσ ουδ
 He did a two-year stint in the army.
 Υπηρέτησε μια διετή θητεία στον στρατό.
walkway n (public: path, passage)μονοπάτι, δρομάκι ουσ ουδ
  πέρασμα ουσ ουδ
  πεζόδρομος ουσ αρσ
  πεζοδρόμιο ουσ ουδ
 There's a walkway that connects the parking area to the mall.
 Υπάρχει ένα δρομάκι που συνδέει το πάρκινγκ με το εμπορικό κέντρο.
ford n (shallow part of river) (ρηχό τμήμα ποταμιού)πόρος ουσ αρσ
  πέρασμα ουσ ουδ
 Let's walk a little while until we find a ford where it's safe to cross the river.
passageway n (outdoors: alley)πέρασμα ουσ ουδ
  δρομάκι, σοκάκι ουσ ουδ
  (επίσημο)δίοδος ουσ θηλ
 We walked down the dark passageway that led to the after-hours bar.
traversal n (movement across, through)διέλευση, διάσχιση, διάβαση ουσ θηλ
  πέρασμα ουσ ουδ
flirtation n figurative (experimentation) (μεταφορικά)πειραματισμός ουσ αρσ
  πέρασμα ουσ ουδ
 After a brief flirtation with watercolours, he has gone back to oil painting.
 Μετά από έναν σύντομο πειραματισμό με την ακουαρέλα, επέστρεψε στην ελαιογραφία.
 Μετά από ένα σύντομο πέρασμα από την ακουαρέλα, επέστρεψε στην ελαιογραφία.
flyover n (aircraft: flypast) (με αεροπλάνο)πέρασμα ουσ ουδ
 The pilot did a flyover above the children's birthday party.
rite of passage n figurative (significant life change) (μεταφορικά)πέρασμα ουσ ουδ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Receiving one's driving license is often considered a rite of passage.
rite of passage n literal (ritual marking a life change)πέρασμα ουσ ουδ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
alley n (passage)πέρασμα ουσ ουδ
  δίοδος ουσ θηλ
 A family of raccoons lives in the alley next to Freddy's apartment building.
 Μια οικογένεια ρακούν ζει στο πέρασμα δίπλα από το κτίριο διαμερισμάτων του Φρέντυ.
US (opening in a wall)πέρασμα ουσ ουδ
passage n (passing of time)πέρασμα ουσ ουσ
  (λόγιος)πάροδος ουσ θηλ
 Linda was still beautiful, thought Sheila, despite the passage of the years.
 Η Λίντα ήταν ακόμη όμορφη, σκέφτηκε η Σίλα, παρά την πάροδο των χρόνων.
coat n (paint layer)στρώση ουσ θηλ
  (μεταφορικά)χέρι, πέρασμα ουσ ουδ
 This room needs three coats of paint.
 Το δωμάτιο αυτό χρειάζεται τρεις στρώσεις μπογιά.
transit n (astronomy: passage of planet)διέλευση ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)πέρασμα ουσ ουδ
 Lots of people witnessed the transit of Venus in 2012.
lick of paint n figurative, informal (light coat of paint)πέρασμα ουσ ουδ
  (μεταφορικά: πέρασμα)χέρι ουσ ουδ
  (κατά λέξη)πέρασμα μπογιάς περίφρ
  (κατά λέξη)χέρι μπογιά περίφρ
 This door could do with a fresh lick of paint.
 Αυτή η πόρτα χρειάζεται ένα φρέσκο πέρασμα μπογιάς.
Επιπλέον μεταφράσεις
way n (passage)πέρασμα ουσ ουδ
 Follow the way through the woods.
pass n (mountain pass)πέρασμα ουσ ουδ
  διάβαση ουσ θηλ
  (παλαιό)περασιά ουσ θηλ
 There is a pass through the mountains thirty kilometres north of here.
pass n (river channel) (σε ποταμό)πέρασμα ουσ ουδ
 Be careful when kayaking through the pass.
path n (course, line)διαδρομή, πορεία ουσ θηλ
  πέρασμα ουσ ουδ
 The path through the landmines is tricky. Follow the map closely.
passage n (act of passing through)πέρασμα ουσ ουδ
  (επίσημο)διέλευση ουσ θηλ
  (ανεπίσημο)πηγαινέλα ουσ ουδ άκλ
 Greta is sitting outside the café, watching the passage of people along the street.
passage n (opening, entrance)πέρασμα ουσ ουδ
  δίοδος ουσ θηλ
 The prince used his sword to make a passage through the hedge of thorns.
passing n (act of going past)πέρασμα ουσ ουδ
  (επίσημο, λόγιος)πάροδος ουσ θηλ
 The passing of time eased Walter's pain after his brother's death.
inlet n (entrance)είσοδος ουσ θηλ
  πέρασμα ουσ ουδ
 Pete squeezed through the narrow inlet to get into the tent.
going-over n (cleaning) (για να καθαρίσει)πέρασμα ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
blending n (mixing or liquidizing food)πέρασμα από μπλέντερ, πέρασμα από blender περίφρ
  άλεσμα ουσ ουδ
 Blending is a good way to get fruit and vegetables into your diet.
breezeway n (building: connecting passage)σκεπαστός διάδρομος επίθ + ουσ αρσ
  σκεπαστό πέρασμα επίθ + ουσ ουδ
brush stroke n (movement of a brush)πέρασμα της βούρτσας περίφρ
  (καθομιλουμένη)βουρτσιά ουσ θηλ
  (βάψιμο, πινέλο)πινελιά ουσ θηλ
cameo vi (actor: appear briefly)κάνω σύντομη εμφάνιση, κάνω ένα πέρασμα περίφρ
  εμφανίζομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)περνάω ρ αμ
 How many actors cameo in the newest Muppet movie?
choke point,
(strait, pass obstructing an attack)εμπόδιο, αδιέξοδο ουσ ουδ
  (κατά λέξη)πέρασμα που παρεμποδίζει μια επίθεση περίφρ
 The valley was a choke point for the advancing army.
coloratura n Italian (musical flourish) (μουσική:όπερα)δεξιοτεχνικό μουσικό πέρασμα φρ ως ουσ ουδ
  λαρυγγισμός ουσ αρσ
  κολορατούρα αρσ θηλ
dogtrot n US, regional (roofed breezeway through a house) (σε σπίτι)σκεπαστό πέρασμα περίφρ
dogtrot n as adj US, regional (cabin, house: having roofed breezeway) (σε σπίτι)με σκεπαστό πέρασμα περίφρ
flyway n (route followed by migratory birds) (αποδημητικά πτηνά)μεταναστευτικό πέρασμα επίθ + ουσ ουδ
  μεταναστευτική διαδρομή επίθ + ουσ θηλ
lento n Italian (music: slow passage) (ζαργκόν: μουσική)λέντο ουσ ουδ ακλ
  αργό μουσικό πέρασμα περίφρ
march of time n figurative (relentless passing of time)ο χρόνος που περνάει περίφρ
  το πέρασμα του χρόνου περίφρ
 Throughout the years he remained a royalist, oblivious to the march of time.
UK, regional (passage between houses)στενό πέρασμα
pass n (hand gesture)περάσμα ουσ θηλ
 The pass of the psychic's hand over the table seemed to set off a strange series of events.
passage of time n (time elapsing)πέρασμα του καιρού περίφρ
 The slow passage of time was making Mike impatient.
passing of time n (chronological progression)πέρασμα του χρόνου περίφρ
put in an appearance v expr (show up, be present briefly)κάνω μια εμφάνιση, κάνω ένα πέρασμα έκφρ
 The boss usually puts in an appearance at the annual employee picnic.
river crossing n (place to cross a stream) (σημείο για διάβαση)πέρασμα ποταμού περίφρ
safe passage,
safe conduct
(journey completed without danger)ασφαλές πέρασμα επίθ + ουσ ουδ
  ασφαλής διεύλευση επίθ + ουσ θηλ
 Various governmental bodies tried to arrange safe passage for refugees from the civil war.
secret passage n (concealed tunnel)μυστικό/κρυφό πέρασμα έκφρ
 They escaped the fire through the secret passage which led to the stables.
segue into [sth] n (smooth transition) (μουσική πρόσμειξη)ομαλή μετάβαση φρ ως ουσ θηλ
  ομαλό πέρασμα φρ ως ουσ ουδ
stepping stone,
(stone: used to cross water)πέτρα σε ποτάμι για πέρασμα περίφρ
 I've placed some rocks in the stream to act as stepping stones.
stile n (steps over a fence)σκάλα για πέρασμα απο περίφραξη ζώων
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Σε περίπτωση που δεν απαιτείται ιδιαίτερη ακρίβεια μπορεί να αποδοθεί ως «σκάλα του φράχτη».
 Would you believe I broke my leg falling off a stile?
wipe n (one pass with cloth)πέρασμα με πανί περίφρ
  σκούπισμα ουσ ουδ
 A quick wipe of the worktop will get rid of those crumbs.
 Ένα γρήγορο πέρασμα με ένα πανί στην επιφάνεια εργασίας θα απομακρύνει αυτά τα ψίχουλα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση πέρασμα στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'πέρασμα'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Πορτογαλικά | Ιταλικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά


Word of the day: thunder | boom


Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης