WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΕλληνικάΑγγλικά
πίθηκος ape
  monkey
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
monkey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal: simian with tail)πίθηκος ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)μαϊμού ουσ θηλ
 There are quite a few species of monkey in Africa.
 Υπάρχουν κάμποσα είδη πιθήκου στην Αφρική.
 Υπάρχουν κάμποσα είδη μαϊμούς στην Αφρική.
ape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large tailless monkey)πίθηκος ουσ αρσ
 Zoe took her daughters to the zoo to see the zebras and apes.
 Η Ζόι πήγε τις κόρες της στον ζωολογικό κήπο για να δουν τις ζέβρες και τους πιθήκους.
simian nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ape or monkey)πίθηκος ουσ αρσ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. literary (imitator)μιμητής, μιμήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (μεταφορικά)πίθηκος ουσ αρσ
  που πιθηκίζει περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
great ape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large ape: gorilla, etc.)μεγάλος πίθηκος έκφρ
 Gorillas are without doubt the most powerful and majestic of the great apes.
mandrill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (variety of baboon) (είδος ζώου)πίθηκος κυνοκέφαλος φρ ως ουσ αρσ
  μανδρίλος ουσ αρσ
Σχόλιο: πίθηκος κυνοκέφαλος: επιστημονική ονομασία
titi nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (zoology: monkey)πίθηκος titi φρ ως ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση πίθηκος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'πίθηκος'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Πορτογαλικά | Ιταλικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: dear | knack

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης