παρέκταση


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
extension n (act of extending)επέκταση, προέκταση, παράταση, παρέκταση ουσ θηλ
 The rust on the old collapsible fishing pole made extension impossible.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση παρέκταση στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'παρέκταση'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης