παρωπίδες

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'παρωπίδες'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
blinker npl (make narrow-minded)παρωπίδες ουσ.θηλ.πλ.
blinkers npl literal (pair of side flaps on horse's harness)παρωπίδες ουσ.θηλ.πλ.
blinkers npl figurative ([sth] that prevents clear perception)  (μεταφορικά)παρωπίδες ουσ.θηλ.πλ.
blinker vtr figurative (put blinkers on: horse)  (σε άλογο)φοράω παρωπίδες ρ.μετ.
blinkered adj figurative (person: narrow-minded)  (μεταφορικά)που φοράει παρωπίδες επίθ.
Note: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, επιθετικός προσδιορισμός
blinkered adj literal (horse: wearing blinkers)  (άλογο)που φοράει παρωπίδες ουσ.ουδ.
hidebound adj figurative (obstinate)  (μτφ)στενόμυαλος, στενοκέφαλος επίθ
  που φέρει παρωπίδες, που έχει παρωπίδες, που φοράει παρωπίδες φρ
   (καθομ)κολλημένος επίθ
open your mind to vtr (accept the possibility of)βγάζω τις παρωπίδες έκφρ.
 Βγάλε τις παρωπίδες και σκέψου την πιθανότητα να κάνεις λάθος.
close-minded adj (blinkered, intolerant)στενόμυαλος, απόλυτος, ξεροκέφαλος, που φέρει παρωπίδες επίθ.
  που φέρει παρωπίδες
 He's so close-minded I can't discuss politics with him at all.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'παρωπίδες' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'παρωπίδες'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.