παρωπίδες


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
lockstep nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rigid adherence to established procedure) (μεταφορικά)παρωπίδες ουσ θηλ πλ
  τυφλή προσήλωση φρ ως ουσ θηλ
blinkers nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (flaps: screen horse's eyes)παρωπίδες ουσ θηλ πλ
 Horses wear blinkers to help them focus straight ahead.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
blinker [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (make narrow-minded) (μτφ: έχω στενή αντίληψη)φοράω παρωπίδες περίφρ
blinker [sb] to [sth] vtr + prep figurative (make narrow-minded about) (μεταφορικά)κάνω κπ να μη βλέπει κτ, κάνω κπ να βλέπει κτ με παρωπίδες περίφρ
  (μεταφορικά)τυφλώνω κπ μπροστά σε κτ περίφρ
 Ben's privileged upbringing has blinkered him to the poverty that many people face.
blinker [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (put blinkers on: horse) (κυρ: σε άλογο)φοράω παρωπίδες, φοράω κλάπες περιφρ
 We blinker our racehorses so that they do not become distracted during the race.
blinkered adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (person: narrow-minded) (μεταφορικά)που φοράει παρωπίδες επίθ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, επιθετικός προσδιορισμός
blinkered adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." literal (horse: wearing blinkers) (άλογο)που φοράει παρωπίδες ουσ ουδ
close-minded,
closed-minded
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(blinkered, intolerant)στενόμυαλος, απόλυτος, ξεροκέφαλος, που φέρει παρωπίδες επίθ
  που φέρει παρωπίδες
 He's so close-minded I can't discuss politics with him at all.
 Είναι τόσο στενόμυαλος που δεν μπορώ να συζητήσω καθόλου μαζί του για πολιτική.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Κάποια άτομα σε αγροτικές περιοχές ακόμη φέρουν παρωπίδες και απορρίπτουν τα μοντέρνα ήθη.
hidebound adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (obstinate) (μεταφορικά)στενόμυαλος, στενοκέφαλος επίθ
  που φέρει παρωπίδες, που έχει παρωπίδες, που φοράει παρωπίδες φρ
  (καθομιλουμένη)κολλημένος επίθ
parochialism nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (narrow-mindedness, insularity)στενομυαλιά, στενοκεφαλιά ουσ θηλ
  στενότητα αντίληψης ουσ ουδ
  (μεταφορικά)φοράω παρωπίδες
  (αργκό, μεταφορικά)κόλλημα ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση παρωπίδες στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'παρωπίδες'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: seem | warp

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.