παρωπίδες


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
lockstep n (rigid adherence to established procedure) (μεταφορικά)παρωπίδες ουσ θηλ πλ
  τυφλή προσήλωση φρ ως ουσ θηλ
blinker [sb] vtr figurative (make narrow-minded) (μτφ: έχω στενή αντίληψη)φοράω παρωπίδες περίφρ
blinker [sth] vtr (put blinkers on: horse) (κυρ: σε άλογο)φοράω παρωπίδες, φοράω κλάπες περιφρ
 We blinker our racehorses so that they do not become distracted during the race.
blinkered adj figurative (person: narrow-minded) (μεταφορικά)που φοράει παρωπίδες επίθ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, επιθετικός προσδιορισμός
blinkered adj literal (horse: wearing blinkers) (άλογο)που φοράει παρωπίδες ουσ ουδ
hidebound adj figurative (obstinate) (μεταφορικά)στενόμυαλος, στενοκέφαλος επίθ
  που φέρει παρωπίδες, που έχει παρωπίδες, που φοράει παρωπίδες φρ
  (καθομιλουμένη)κολλημένος επίθ
parochialism n (narrow-mindedness, insularity)στενομυαλιά, στενοκεφαλιά ουσ θηλ
  στενότητα αντίληψης ουσ ουδ
  (μεταφορικά)φοράω παρωπίδες
  (αργκό, μεταφορικά)κόλλημα ουσ ουδ
open your mind to vtr (accept the possibility of)βγάζω τις παρωπίδες έκφρ
 Βγάλε τις παρωπίδες και σκέψου την πιθανότητα να κάνεις λάθος.
close-minded,
closed-minded
adj
(blinkered, intolerant)στενόμυαλος, απόλυτος, ξεροκέφαλος, που φέρει παρωπίδες επίθ
  που φέρει παρωπίδες
 He's so close-minded I can't discuss politics with him at all.
 Είναι τόσο στενόμυαλος που δεν μπορώ να συζητήσω καθόλου μαζί του για πολιτική.
 * Κάποια άτομα σε αγροτικές περιοχές ακόμη φέρουν παρωπίδες και απορρίπτουν τα μοντέρνα ήθη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση παρωπίδες στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'παρωπίδες'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης