περιέργεια


WordReference English-Greek Dictionary © 2018:

Κύριες μεταφράσεις
ΕλληνικάΑγγλικά
περιέργεια curiosity
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
curiosity n (desire to know)περιέργεια ουσ θηλ
 Your curiosity will get you into trouble one of these days.
 Η περιέργειά σου θα σου δημιουργήσει προβλήματα κάποια στιγμή.
oddity n (object: curiosity)περιέργεια ουσ θηλ
 The museum had a collection of oddities on display.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nosiness n (intrusive curiosity)αδιακρισία, περιέργεια ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
curious about [sth] adj + prep (interested in [sth])που έχει περιέργεια για κτ περίφρ
  περίεργος για κτ επίθ + πρόθ
 Small children are curious about everything.
 Τα μικρά παιδιά είναι περίεργα για τα πάντα.
intrigue [sb] vtr (fascinate, interest)εξάπτω την περιέργεια, κινώ το ενδιαφέρον περίφρ
  (καθομιλουμένη)ιντριγκάρω ρ μ
 Victorian portrait photos have always intrigued me.
 Πάντα μου κινούσαν το ενδιαφέρον οι Βικτωριανές φωτογραφίες πορτρέτα.
 Πάντα με ιντρίγκαραν οι Βικτωριανές φωτογραφίες πορτρέτα.
intriguingly adv (making [sb] curious)με τρόπο που σου κινεί την περιέργεια επίρ
  παράξενα επίρ
  όλως περιέργως, κατά περίεργο τρόπο φρ ως επίρ
  (καθομιλουμένη)ένα περίεργο πράγμα έκφρ
morbid curiosity n (macabre or obsessive interest in [sth])νοσηρή περιέργεια επίθ + ουσ θηλ
 My son shows a morbid curiosity in forensic medicine. I confess the bizarre details of his death did pique my morbid curiosity.
 Ο γιος μου δείχνει νοσηρή περιέργεια για την ιατροδικαστική. Ομολογώ ότι οι παράξενες λεπτομέρειες για τον θάνατό του ερέθισαν τη νοσηρή περιέργειά μου.
questioningly adv (with curiosity)ερωτηματικά επίρ
  με περιέργεια φρ ως επίρ
  με απορία φρ ως επίρ
spark interest v expr (prompt curiosity or enthusiasm)κινώ το ενδιαφέρον έκφρ
  εξάπτω την περιέργεια έκφρ
stimulate [sb] vtr (interest, motivate)κινώ το ενδιαφέρον σε κπ, κινώ την περιέργεια σε κπ περίφρ
  δίνω ερέθισμα σε κπ περίφρ
  διεγείρω ρ μ
 The children were stimulated by the educational television show.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση περιέργεια στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'περιέργεια'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Πορτογαλικά | Ιταλικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: thunder | boom

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης