πλήρης

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'πλήρης'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
long on [sth] adj informal (amply supplied)  (ανεπίσημο)πλήρης επίθ
  εφοδιασμένος μτχ πρκ
 Yes, we are long on spaghetti here and won't need to get any more for weeks.
 Ναι, από μακαρόνια είμαστε πλήρεις και δεν θα χρειαστεί να πάρουμε άλλα για εβδομάδες.
 Ναι, είμαστε εφοδιασμένοι με μακαρόνια και δεν θα χρειαστεί να πάρουμε άλλα για εβδομάδες.
full adj (filled)γεμάτος επίθ.
   (επίσημο)πλήρης επίθ.
 This box is full. Can you get me another?
 Αυτό το κουτί είναι γεμάτο. Μπορείς να μου φέρεις ένα άλλο;
  Πρέπει να τρως πλήρες πρωινό.Αυτή η πρόταση δεν αποτελεί μετάφραση της αγγλικής.
full adj (complete)γεμάτος επίθ
   (συνηθέστερο)γεμίζω ρ αμ
   (επίσημο)πλήρης επίθ
 My notebook is full. I should get another one.
full adj (maximum)πλήρης επίθ
 The cherry trees are in full bloom.
complete adj (lacking nothing)πλήρης επίθ.
  ολοκληρωμένος μτχ.
Note: Μετοχή παθητικού παρακειμένου.
 The collection was complete with the acquisition of the final missing book.
 Με την απόκτηση του τελευταίου βιβλίου που έλειπε, η συλλογή ήταν πλήρης.
 Με την απόκτηση του τελευταίου βιβλίου που έλειπε, η συλλογή ήταν ολοκληρωμένη.
absolute adj (complete)  (που δεν επιδέχεται περιορισμούς ή εξαιρέσεις)απόλυτος επίθ.
   (ολοκληρωτικός)πλήρης επίθ.
   (καθομιλουμένη)τέλειος επίθ.
plenary adj (full, complete)πλήρης επίθ.
allover adj (thorough, total)πλήρης επίθ
  συνολικός επίθ
  ολοσχερής επίθ
arrant adj (total, utter)εντελώς, παντελώς, τελείως επίρ
   (σε πλήρη βαθμό)πλήρης επίθ
   (σε απόλυτο βαθμό)απόλυτος επίθ
  πέρα για πέρα φρ
packed adj (full of)γεμάτος, πλήρης επίθ.
   (αργκό)τίγκα επίρ.
fraught adj (filled)πλήρης, γεμάτος, κατάφορτος επίθ.
   (καθομιλουμένη)φίσκα, τίγκα επίθ.
Note: φίσκα, τίγκα: επιρρήματα σε θέση επιθέτου
freehold n (land, property held for life)πλήρης και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή ουσ.θηλ.
freehold n (land, property: absolute tenure)  (γη, ιδιοκτησία)πλήρης και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή ουσ.θηλ.
encyclopedic
UK: encyclopaedic
adj
US (comprehensive, complete)εγκυκλοπαιδικός επίθ
   (μτφ: γνώση)περιεκτικός, πλήρης, συνολικός επίθ
thoroughgoing adj (utter, complete)πλήρης, ολοκληρωτικός επίθ
  ολοσχερής, παντελής επίθ
  εντελής επίθ
unexpurgated adj (not censored or abridged)πλήρης, ολοκληρομένος επίθ
   (επίσ: δε λογοκρίθηκε)αλογόκριτος επίθ
all over
all-over
adv
(thorough, complete)πλήρης, παντελής, ολοσχερής επίθ.
Note: hyphen used when term is an adj
complete and utter confusion n (total inability to understand)πλήρης ασυνεννοησία έκφρ.
complete and utter confusion n (extreme disorder )πλήρης αταξία έκφρ.
 The prankster shouted "Fire!" throwing the crowd into complete and utter confusion.
complete answer n (full and detailed response)πλήρης απάντηση έκφρ.
 You can't possibly have provided a complete answer with such a short response.
complete circuit n (sport: full lap around a track)  (στίβος)ένας πλήρης γύρος ουσ.αρσ.
dead calm n (total stillness)πλήρης ακινησία ουσ.θηλ.
 A dead calm enveloped the house after his wife left him.
down right
downright
adj
(thorough, utter)πλήρης,παντελής,ολοσχερής επίθ.
fraught with danger adj (perilous, full of hazards)πλήρης κινδύνων επίθ.
 Their trip to the center of the earth was fraught with danger.
full authority n (complete control)πλήρης εξουσία ουσ.θηλ.
 The judged granted him full authority over his father's estate.
full bloom n (plant: open flower)πλήρης άνθιση ουσ.θηλ.
 That shrub is gorgeous now that its flowers are in full bloom.
full measure n (complete realisation or understanding of [sth])πλήρης κατανόηση ουσ.θηλ.
Note: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
full of adj (containing a lot of, having many or much)γεμάτος από, πλήρης επίθ.
 I am full of enthusiasm for this project.
full of adj (filled with)γεμάτος από, πλήρης επίθ.
 I can't eat this breakfast cereal: it's full of nuts.
full power n (complete authority)πλήρης εξουσιοδότηση ουσ.θηλ.
teem with vtr (be full of)βρίθω, αφθονώ ρ.αμ.
   (καθομιλουμένη)είμαι γεμάτος, είμαι πλήρης ρ.αμ.
 The North Atlantic once teemed with cod.
full board n (accommodation: room and meals)πλήρης κάλυψη διαμονής και διατροφής ουσ.θηλ.
Note: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Full board costs less than 50 euro per day.
 Her university scholarship includes full board.
full up adj informal (completely full)γεμάτος, πλήρης επίθ.
well rounded
well-rounded
adj
(complete)ακέραιος, πλήρης, απόλυτος επίθ.
  ολοκληρωμένος μτχ.
 As a well-rounded individual, John excels in school as well as in sports and music.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'πλήρης' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'πλήρης'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.