πλήρης


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
πλήρης full
  complete
  whole
  entire
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
long on [sth] adj informal (amply supplied)πλήρης επίθ
  εφοδιασμένος μτχ πρκ
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)φουλ επίθ άκλ
 Yes, we are long on spaghetti here and won't need to get any more for weeks.
 Ναι, από μακαρόνια είμαστε πλήρεις και δεν θα χρειαστεί να πάρουμε άλλα για εβδομάδες.
 Ναι, είμαστε εφοδιασμένοι με μακαρόνια και δεν θα χρειαστεί να πάρουμε άλλα για εβδομάδες.
 Ναι, από μακαρόνια είμαστε φουλ και δεν θα χρειαστεί να πάρουμε άλλα για εβδομάδες.
full adj (filled)γεμάτος επίθ
  (επίσημο)πλήρης επίθ
 This box is full. Can you get me another?
 Αυτό το κουτί είναι γεμάτο. Μπορείς να μου φέρεις ένα άλλο;
full adj (complete)γεμάτος επίθ
  (συνηθέστερο)γεμίζω ρ αμ
  (επίσημο)πλήρης επίθ
 My notebook is full. I should get another one.
full adj (maximum)πλήρης επίθ
 The cherry trees are in full bloom.
complete adj (lacking nothing)πλήρης επίθ
  ολοκληρωμένος μτχ πρκ
 The collection was complete with the acquisition of the final missing book.
 Με την απόκτηση του τελευταίου βιβλίου που έλειπε, η συλλογή ήταν πλήρης.
 Με την απόκτηση του τελευταίου βιβλίου που έλειπε, η συλλογή ήταν ολοκληρωμένη.
absolute adj (complete) (που δεν επιδέχεται περιορισμούς ή εξαιρέσεις)απόλυτος επίθ
  (ολοκληρωτικός)πλήρης επίθ
  (καθομιλουμένη)τέλειος επίθ
 Mary was given absolute freedom to do as she wished.
plenary adj (full, complete)πλήρης επίθ
fully booked,
fully-booked
adj
(having no vacancies or spaces)πλήρης επίθ
  τελείως γεμάτος επίρ + επίθ
 The hotel we liked was fully booked, so we found another one close by.
fully featured,
fully-featured
adj
(having many functions)ολοκληρωμένος μτχ πρκ
  πλήρης επίθ
replete with [sth] adj + prep (full of)γεμάτος από κτ, πλήρης από κτ επίθ + πρόθ
  γεμάτος με επίθ + προθ
  (ακολουθεί ουσιαστικό)γεμάτος επίθ
  (με γενική)πλήρης επίθ
complete adj (100 percent)ολοκληρωτικός, παντελής, ολοσχερής, πλήρης επίθ
 The war caused the complete destruction of the city.
 Ο πόλεμος προκάλεσε την ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης.
packed adj (full)γεμάτος, πλήρης επίθ
  (αργκό)τίγκα επίρ
fraught adj (filled)πλήρης, γεμάτος, κατάφορτος επίθ
  (καθομιλουμένη)φίσκα, τίγκα επίθ
Σχόλιο: φίσκα, τίγκα: επιρρήματα σε θέση επιθέτου
freehold n uncountable (land, property: absolute tenure) (γη, ιδιοκτησία)πλήρης και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή περίφρ
 Mr. Smith has freehold on his property.
replete adj (filled, stocked)γεμάτος, πλήρης επίθ
  εφοδιασμένος, εξοπλισμένος μτχ πρκ
unabridged adj (full length, not shortened)αυτούσιος, πλήρης επίθ
  χωρίς περικοπές περίφρ
encyclopedic,
UK: encyclopaedic
adj
US (comprehensive, complete) (πολύ καλή γνώση)πλήρης, συνολικός, άριστος επίθ
  σε βάθος
  εις βάθος
livelong adj (day: entire) (για ημέρα)ολόκληρος, πλήρης επίθ
thoroughgoing adj (utter, complete)πλήρης, ολοκληρωτικός επίθ
  ολοσχερής, παντελής επίθ
  εντελής επίθ
all-over adj (thorough, complete)πλήρης, παντελής, ολοσχερής επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is an adjective
 Jack gave the bike an all-over check.
 Ο Τζακ έκανε έναν πλήρη έλεγχο στο ποδήλατο.
complete and utter confusion n (lack of understanding)πλήρης ασυνεννοησία έκφρ
complete and utter confusion n (disorder)πλήρης αταξία έκφρ
 The prankster shouted "Fire!", which threw the crowd into complete and utter confusion.
complete answer n (full and detailed response)πλήρης απάντηση έκφρ
 You can't possibly have provided a complete answer with such a short response.
complete circuit n (sport: full lap) (στίβος)ένας πλήρης γύρος ουσ αρσ
dead calm n (total stillness)πλήρης ακινησία ουσ θηλ
 A dead calm enveloped the house after his wife left him.
down right,
downright
adj
(thorough, utter)πλήρης,παντελής,ολοσχερής επίθ
fraught with danger adj (full of hazards)πλήρης κινδύνων επίθ
 Their trip to the center of the earth was fraught with danger.
full authority n (complete control)πλήρης εξουσία ουσ θηλ
 The judged granted him full authority over his father's estate.
full bloom n (plant: flowers fully open)πλήρης άνθιση ουσ θηλ
 That shrub is gorgeous now that its flowers are in full bloom.
full measure n (complete realisation or understanding of [sth])πλήρης κατανόηση ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
full of adj (containing a lot of, having many or much)γεμάτος από, πλήρης επίθ
 I am full of enthusiasm for this project.
full of adj (filled with)γεμάτος από, πλήρης επίθ
 I can't eat this breakfast cereal: it's full of nuts.
full power n (complete authority)πλήρης εξουσιοδότηση ουσ θηλ
teem with vtr phrasal insep (be full of)βρίθω, αφθονώ ρ αμ
  (καθομιλουμένη)είμαι γεμάτος, είμαι πλήρης ρ αμ
 The North Atlantic once teemed with cod.
full board n (accommodation: room and meals)πλήρης κάλυψη διαμονής και διατροφής ουσ θηλ
 Full board costs less than 50 euro per day. Her university scholarship includes full board.
 Η πλήρης κάλυψη διαμονής και διατροφής στοιχίζει λιγότερο από 50 ευρώ τη μέρα. Η υποτροφία της στο πανεπιστήμιο περιλαμβάνει πλήρη κάλυψη διαμονής και διατροφής.
full up adj informal (completely full)γεμάτος, πλήρης επίθ
well rounded,
well-rounded
adj
(complete)ακέραιος, πλήρης, απόλυτος επίθ
  ολοκληρωμένος μτχ.
 As a well-rounded individual, John excels in school as well as in sports and music.
full coverage n (thorough news reporting) (ενημέρωση, δημοσιογραφία)εκτενής κάλυψη επίθ + ουσ θηλ
  πλήρης κάλυψη επίθ + ουσ θηλ
full extent n (total reach or degree of [sth])πλήρης έκταση επίθ + ουσ θηλ
  (μεταφορικά)μέγεθος ουσ ουδ
 The full extent of the disaster is still not clear.
full immersion n (complete submersion in liquid)πλήρης βύθιση, πλήρης εμβάπτιση επίθ + ουσ θηλ
full price n (cost of [sth] undiscounted) (χωρίς έκπτωση)πλήρης τιμή επίθ + ουσ θηλ
 At holiday time you will have to pay full price for airline tickets.
full strength n (maximum physical power)πλήρης ισχύς επίθ + ουσ θηλ
full strength n (maximum intensity)πλήρης ένταση επίθ + ουσ θηλ
  μέγιστη ένταση επίθ + ουσ θηλ
full supply n (complete availability)πλήρης διαθεσιμότητα επίθ + ουσ θηλ
full supply n (sufficiency, enough to satisfy wants)πλήρης επάρκεια επίθ + ουσ θηλ
settlement in full n (payment of total sum owed) (ποσό, δόση, χρέος)ολική αποπληρωμή, πλήρης εξόφληση επίθ + ουσ θηλ
have a good innings v expr UK, informal, figurative (live a long life)είμαι πλήρης ημερών, φεύγω πλήρης ημερών φρ
 My grandmother died at 103, so she'd had a really good innings.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση πλήρης στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'πλήρης'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης