πλήρης


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
πλήρης full
  complete
  whole
  entire
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
full adj (filled)γεμάτος επίθ
  (επίσημο)πλήρης επίθ
 This box is full. Can you get me another?
 Αυτό το κουτί είναι γεμάτο. Μπορείς να μου φέρεις ένα άλλο;
utter adj (complete)απόλυτος, πλήρης, παντελής επίθ
absolute adj (complete)απόλυτος, πλήρης επίθ
 Mary was given absolute freedom to do as she wished.
sheer adj (utter)απολύτως, εντελώς επίρ
  απόλυτος, πλήρης επίθ
  (καθομιλουμένη)σκέτος επίθ
 That idea is sheer genius!
plenary adj (full, complete)πλήρης επίθ
 The dictator enjoyed his plenary powers.
unabridged adj (full length, not shortened)πλήρης, ολόκληρος επίθ
  χωρίς περικοπές περίφρ
  ασύντμητος επίθ
 I'm currently reading the unabridged version of the novel.
encyclopedic,
UK: encyclopaedic
adj
US (comprehensive, complete) (πολύ καλή γνώση)πλήρης, συνολικός, άριστος επίθ
  σε βάθος
  εις βάθος
livelong adj (day: entire) (για ημέρα)ολόκληρος, πλήρης επίθ
thoroughgoing adj (utter, complete)πλήρης, ολοκληρωτικός επίθ
  ολοσχερής, παντελής επίθ
  εντελής επίθ
downright adj (thorough, utter)απόλυτος επίθ
  πλήρης επίθ
 His room was a downright mess.
full of adj (containing a lot of, having many or much)γεμάτος από, πλήρης επίθ
 I am full of enthusiasm for this project.
full up adj informal (completely full)γεμάτος, πλήρης επίθ
well rounded,
well-rounded
adj
figurative (person: having varied abilities)ακέραιος, πλήρης, απόλυτος επίθ
  ολοκληρωμένος μτχ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 As a well-rounded individual, John excels in school as well as in sports and music.
fully booked,
fully-booked
adj
(having no vacancies or spaces)πλήρης επίθ
  τελείως γεμάτος επίρ + επίθ
 The hotel we liked was fully booked, so we found another one close by.
fully featured,
fully-featured
adj
(having many functions)ολοκληρωμένος μτχ πρκ
  πλήρης επίθ
thorough adj (painstaking, careful)διεξοδικός, ενδελεχής επίθ
  πλήρης, εξονυχιστικός περίφρ
  (μεταφορικά)σε βάθος περίφρ
 The police carried out a thorough search of the area, but nothing was found.
fraught adj (filled)πλήρης, γεμάτος, κατάφορτος επίθ
  (καθομιλουμένη)φίσκα, τίγκα επίθ
Σχόλιο: φίσκα, τίγκα: επιρρήματα σε θέση επιθέτου
replete adj (filled, stocked)γεμάτος, πλήρης επίθ
  κορεσμένος μτχ πρκ
  εφοδιασμένος, εξοπλισμένος μτχ πρκ
 The scholarly survey was replete in its notes and citations.
full of adj (filled with)γεμάτος από, πλήρης επίθ
 I can't eat this breakfast cereal: it's full of nuts.
complete adj (lacking nothing)πλήρης επίθ
  ολοκληρωμένος μτχ πρκ
 The collection was complete with the acquisition of the final missing book.
 Με την απόκτηση του τελευταίου βιβλίου που έλειπε, η συλλογή ήταν πλήρης.
 Με την απόκτηση του τελευταίου βιβλίου που έλειπε, η συλλογή ήταν ολοκληρωμένη.
absolute adj (unconditional)απόλυτος, απεριόριστος, πλήρης επίθ
  άνευ όρων φρ ως επίθ
 You have my absolute promise that I will be there at 3:00.
replete with [sth] adj + prep (full of)γεμάτος από κτ, πλήρης από κτ επίθ + πρόθ
  γεμάτος με επίθ + προθ
  (ακολουθεί ουσιαστικό)γεμάτος επίθ
  (με γενική)πλήρης επίθ
 The politician gave a speech replete with sentimentality.
all-over adj (thorough, complete)πλήρης επίθ
 Jack gave the bike an all-over check.
 Ο Τζακ έκανε έναν πλήρη έλεγχο στο ποδήλατο.
complete adj (100 percent)ολοκληρωτικός, παντελής, ολοσχερής, πλήρης επίθ
 The war caused the complete destruction of the city.
 Ο πόλεμος προκάλεσε την ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
long on [sth] adj informal (amply supplied)πλήρης επίθ
  εφοδιασμένος μτχ πρκ
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)φουλ επίθ άκλ
 Yes, we are long on spaghetti here and won't need to get any more for weeks.
 Ναι, από μακαρόνια είμαστε πλήρεις και δεν θα χρειαστεί να πάρουμε άλλα για εβδομάδες.
 Ναι, είμαστε εφοδιασμένοι με μακαρόνια και δεν θα χρειαστεί να πάρουμε άλλα για εβδομάδες.
 Ναι, από μακαρόνια είμαστε φουλ και δεν θα χρειαστεί να πάρουμε άλλα για εβδομάδες.
full adj (complete)γεμάτος επίθ
  (συνηθέστερο)γεμίζω ρ αμ
  (επίσημο)πλήρης επίθ
 My notebook is full. I should get another one.
full adj (maximum)πλήρης επίθ
 The cherry trees are in full bloom.
stuffed adj informal, figurative (person: full of food) (καθομ, μεταφορικά)φουσκωμένος μτχ πρκ
  (ανεπίσημο, εμφατικό)σκασμένος μτχ πρκ
  (ανεπίσημο)φουλ επίθ άκλ
  (πιο επίσημο)πλήρης επίθ
Σχόλιο: Συχνά αποδίδεται και με το αντίστοιχο ρήμα, πχ «έχω φουσκώσει», «έχω σκάσει».
 I'm stuffed from all that lasagna and garlic bread.
integral adj (entire)ολόκληρος, πλήρης επίθ
  ακέραιος επίθ
 The author published the integral collection of his diaries as his autobiography.
intimate adj (thorough) (μεταφορικά)βαθύς επίθ
  ολοκληρωμένος μτχ πρκ
  πλήρης επίθ
 Dan had an intimate understanding of the subject matter.
comprehensive adj (wide scope)περιεκτικός, ευρύς, γενικός επίθ
  (μεταφορικά)πλήρης επίθ
  (μεταφορικά)ολοκληρωμένος μτχ πρκ
 Parents want their children to receive a comprehensive education.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
complete and utter confusion n (lack of understanding)πλήρης ασυνεννοησία έκφρ
complete and utter confusion n (disorder)πλήρης αταξία έκφρ
 The prankster shouted "Fire!", which threw the crowd into complete and utter confusion.
complete answer n (full and detailed response)πλήρης απάντηση έκφρ
 You can't possibly have provided a complete answer with such a short response.
complete circuit n (sport: full lap) (στίβος)ένας πλήρης γύρος ουσ αρσ
dead calm n (total stillness)πλήρης ακινησία ουσ θηλ
 A dead calm enveloped the house after his wife left him.
fraught with danger adj (full of hazards)πλήρης κινδύνων επίθ
 Their trip to the center of the earth was fraught with danger.
freehold n uncountable (land, property: absolute tenure) (γη, ιδιοκτησία)πλήρης και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή περίφρ
 Mr. Smith has freehold on his property.
full authority n (complete control)πλήρης εξουσία ουσ θηλ
 The judged granted him full authority over his father's estate.
full board n (accommodation: room and meals)πλήρης κάλυψη διαμονής και διατροφής ουσ θηλ
 Full board costs less than 50 euro per day. Her university scholarship includes full board.
 Η πλήρης κάλυψη διαμονής και διατροφής στοιχίζει λιγότερο από 50 ευρώ τη μέρα. Η υποτροφία της στο πανεπιστήμιο περιλαμβάνει πλήρη κάλυψη διαμονής και διατροφής.
full coverage n (thorough news reporting) (ενημέρωση, δημοσιογραφία)εκτενής κάλυψη επίθ + ουσ θηλ
  πλήρης κάλυψη επίθ + ουσ θηλ
full extent n (total reach or degree of [sth])πλήρης έκταση επίθ + ουσ θηλ
  (μεταφορικά)μέγεθος ουσ ουδ
 The full extent of the disaster is still not clear.
full immersion n (complete submersion in liquid)πλήρης βύθιση, πλήρης εμβάπτιση επίθ + ουσ θηλ
full measure n (complete realisation or understanding of [sth])πλήρης κατανόηση ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
full power n (complete authority)πλήρης εξουσιοδότηση ουσ θηλ
full price n (cost of [sth] undiscounted) (χωρίς έκπτωση)πλήρης τιμή επίθ + ουσ θηλ
 At holiday time you will have to pay full price for airline tickets.
full strength n (maximum physical power)πλήρης ισχύς επίθ + ουσ θηλ
full strength n (maximum intensity)πλήρης ένταση επίθ + ουσ θηλ
  μέγιστη ένταση επίθ + ουσ θηλ
full supply n (complete availability)πλήρης διαθεσιμότητα επίθ + ουσ θηλ
full supply n (sufficiency, enough to satisfy wants)πλήρης επάρκεια επίθ + ουσ θηλ
full-fledged (US),
fully-fledged (UK)
adj
(completely developed) (μεταφορικά)κανονικός επίθ
  ολόκληρος, πλήρης επίθ
  ολοκληρωμένος μτχ πρκ
  πλήρως ανεπτυγμένος περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Επιλέγεται κατά περίπτωση η κατάλληλη απόδοση.
have a good innings v expr UK, informal, figurative (live a long life)είμαι πλήρης ημερών, φεύγω πλήρης ημερών φρ
 My grandmother died at 103, so she'd had a really good innings.
maturity n (being fully grown)ωρίμανση ουσ θηλ
  πλήρης ανάπτυξη επίθ + ουσ θηλ
 Most animals reach maturity a few years after birth.
maturity n (product, idea)πλήρης ανάπτυξη επίθ + ουσ θηλ
  (μεταφορικά)ωριμότητα ουσ θηλ
 The manager delayed the project because he thought that development hadn't really reached maturity yet.
saturation n (state: completely soaked)πλήρης διαβροχή επίθ + ουσ θηλ
 The flood caused complete saturation of the carpet in the basement.
settlement in full n (payment of total sum owed) (ποσό, δόση, χρέος)ολική αποπληρωμή, πλήρης εξόφληση επίθ + ουσ θηλ
teem with vtr phrasal insep (be full of)βρίθω, αφθονώ ρ αμ
  (καθομιλουμένη)είμαι γεμάτος, είμαι πλήρης ρ αμ
 The North Atlantic once teemed with cod.
total immersion n figurative (intensive experience) (μεταφορικά)πλήρης εμβύθιση, ολική εμβύθιση επίθ + ουσ θηλ
 Total immersion is the very best way to learn a language.
total immersion n (whole body in water)πλήρης εμβύθιση επίθ + ουσ θηλ
 Believers are baptized by total immersion in the water.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση πλήρης στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'πλήρης'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: away | fair

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.