πνιγμονή


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
choking n (suffocation, strangulation)πνιγμός, στραγγαλισμός ουσ αρσ
  ασφυξία ουσ θηλ
  (ιατρική)πνιγμονή ουσ θηλ
 The victim apparently died from choking.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση πνιγμονή στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'πνιγμονή'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: clear | tie

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.