πνιγμονή


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
choking n (suffocation, strangulation)πνιγμός, στραγγαλισμός ουσ αρσ
  ασφυξία ουσ θηλ
  (ιατρική)πνιγμονή ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση πνιγμονή στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'πνιγμονή'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης