πνιγμός

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
πνιγμός drowning
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
ducking nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (submersion of suspected witch)πνίξιμο ουσ ουδ
  πνιγμός ουσ αρσ
 During the Salem Witch Trials, many women were executed by ducking.
drowning nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (death by submersion)πνιγμός ουσ αρσ
  πνίξιμο ουσ ουδ
 No one witnessed the drowning, which police say was an accident.
choking nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (suffocation, strangulation)πνιγμός, στραγγαλισμός ουσ αρσ
  ασφυξία ουσ θηλ
  (ιατρική)πνιγμονή ουσ θηλ
 The victim apparently died from choking.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση πνιγμός στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'πνιγμός'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης