πνιγμός


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
πνιγμός drowning
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
ducking n historical (submersion of suspected witch)πνίξιμο ουσ ουδ
  πνιγμός ουσ αρσ
 During the Salem Witch Trials, many women were executed by ducking.
drowning n (death by submersion)πνιγμός ουσ αρσ
  πνίξιμο ουσ ουδ
 No one witnessed the drowning, which police say was an accident.
choking n (suffocation, strangulation)πνιγμός, στραγγαλισμός ουσ αρσ
  ασφυξία ουσ θηλ
  (ιατρική)πνιγμονή ουσ θηλ
 The victim apparently died from choking.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση πνιγμός στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'πνιγμός'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: bite | noodle

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.