πορεία

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
πορεία walk
  course
  hike
  trajectory
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (direction of travel) (πλοίου)ρότα ουσ θηλ
  (κατεύθυνση)πορεία ουσ θηλ
 The captain changed the ship's course.
 Ο καπετάνιος άλλαξε την ρότα του πλοίου.
 Ο καπετάνιος άλλαξε την πορεία του πλοίου.
parade nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (procession in streets)πορεία, πομπή ουσ θηλ
  (εορταστική)παρέλαση ουσ θηλ
 There was a parade to celebrate the home team's victory.
route nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (way to a place)διαδρομή, πορεία ουσ θηλ
  δρόμος ουσ αρσ
  δρομολόγιο ουσ ουδ
 The horse knew the route home perfectly.
progression nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (progress) (σε τόπο)μετάβαση, πορεία ουσ θηλ
  (σε στόχο)πρόοδος, εξέλιξη ουσ θηλ
 Our progression to the summit was hampered by bad weather.
trajectory nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (path of [sth] set in motion) (ελαφρά πιο επιστημονικό)τροχιά ουσ θηλ
  πορεία ουσ θηλ
 The sudden death of her husband changed the trajectory of Millie's life.
development nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (progress of a project, etc.)εξέλιξη, πορεία, πρόοδος ουσ θηλ
 The development of the project has continued for four months.
 Η εξέλιξη (or: πορεία) του έργου συνεχίστηκε για τέσσερις μήνες.
movement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vehicles: transit)πορεία ουσ θηλ
 The movement of the convoy took three days.
 Η πορεία του κονβόι διήρκησε τρεις μέρες.
heading nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (direction of vessel)πορεία ουσ θηλ
 The navigator calculated the heading for the captain.
course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (trajectory)τροχιά, πορεία ουσ θηλ
 She traced the arrow's course through the air.
procession nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of moving forward)πορεία ουσ θηλ
 Our procession was hampered by several rockslides.
 Η πορεία μας εμποδίστηκε από αρκετές κατολισθήσεις.
course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (progress)πορεία, πρόοδος ουσ θηλ
 We're pleased with the course of this business.
march nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military: movement)πορεία ουσ θηλ
 The march through the fields lasted four days.
 Η πορεία μέσα από τα χωράφια διήρκησε τέσσερις μέρες.
development nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (progression of an illness) (νόσου)πορεία ουσ θηλ
  εξέλιξη ουσ θηλ
 The cancer's development was slow and painful.
build-up,
build-up to [sth]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (gradual approach to high point) (μέχρι κάτι, ως κάτι)πορεία, εξέλιξη ουσ θηλ
 I'll be watching the build-up to the big game on the sports channel.
course,
course of action
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (path of action) (μεταφορικά)πορεία,ρότα ουσ θηλ
  (μεταφορικά)δρόμος ουσ αρσ
  (μτφ, λόγιος)οδός ουσ θηλ
 It's hard to know which course to take in life.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
going nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (trail or route conditions)διαδρομή ουσ θηλ
  πορεία ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)δρόμος ουσ αρσ
 The going's good as far as the river, then it gets heavy.
line nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (route, direction) (μεταφορικά)πορεία ουσ θηλ
 Follow the line of the mountains and you will get to the town.
 Ακολούθησε την πορεία των βουνών και θα βρεθείς στην πόλη.
career nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (progress generally)πορεία ουσ θηλ
 Ray was an "A" student throughout his school career.
journey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (progress, passage)πορεία ουσ θηλ
 Her journey to wealth was rapid.
march nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (advancement)εξέλιξη ουσ θηλ
  πρόοδος ουσ θηλ
  (μεταφορικά)πορεία ουσ θηλ
  (επίσημο, μτφ: ιστορία)ρους ουσ αρσ
 The march of technological progress is inevitable.
 Η εξέλιξη της τεχνολογικής προόδου είναι αναπόφευκτη.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτά είναι τα γεγονότα που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας.
march nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (demonstration)πορεία ουσ θηλ
 The protest march included both students and workers.
 Η πορεία των διαδηλωτών περιλάμβανε φοιτητές και εργαζομένους.
path nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (course, line)διαδρομή, πορεία ουσ θηλ
  πέρασμα ουσ ουδ
 The path through the landmines is tricky. Follow the map closely.
path nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (orbit)τροχιά, πορεία ουσ θηλ
 The comet's path will take it close to earth.
route to [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (way to achieve [sth](μεταφορικά)δρόμος ουσ αρσ
  πορεία ουσ θηλ
 The route to success is hard work.
lane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shipping)δίαυλος ναυσιπλοΐας φρ ως ουσ αρσ
  θαλάσσια οδός επίθ + ουσ θηλ
  (πιο γενικά)πορεία ουσ θηλ
 During this time of year the shipping lanes were often littered with dangerous icebergs.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
advance viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (move forward)προελαύνω ρ αμ
  προχωρώ ρ αμ
  συνεχίζω την πορεία μου περίφρ
 The invading army was advancing.
along the way advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative (in course of events) (μεταφορικά)στη διαδρομή, στη πορεία φρ
 Their marriage has lasted 40 years, with a lot of ups and downs along the way.
 Ο γάμος τους κράτησε 40 χρόνια, με πολλά σκαμπανεβάσματα στην πορεία.
bullish adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (expecting price rise)που αναμένει ανοδική πορεία, που αναμένει ανοδική τάση περίφρ
 Analysts are all bullish about the company in the next quarter.
 Οι αναλυτές αναμένουν ανοδική πορεία της εταιρείας για το επόμενο τρίμηνο.
change course v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (alter one's direction)αλλάζω δρόμο, αλλάζω πορεία, αλλάζω κατεύθυνση περίφρ
 The ship changed course and headed for Durban.
downswing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (downward trend) (επίσημο)κάμψη ουσ θηλ
  πτώση ουσ θηλ
  πτωτική πορεία φρ ως ουσ θηλ
downtrend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (steady decrease)πτώση, κάθοδος ουσ θηλ
  πτωτική τάση, καθοδική τάση, πτωτική πορεία, καθοδική πορεία επίθ + ουσ θηλ
fast track nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (route to rapid advancement)πορεία ταχείας ανάπτυξης φρ ως ουσ θηλ
 He is on the fast track to a managerial position.
kill [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal, figurative (golf, rugby ball: stop) (σπορ: σταματώ τη μπάλα)σταματώ ρ μ
  (σπορ: σταματώ τη μπάλα)διακόπτω την πορεία φρ
 The squash player killed the ball with a nick.
 Ο παίκτης του σκουός διέκοψε την πορεία της μπάλας με ένα τσίμπημα.
lost in the ether adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (internet, e-mail: disappeared) (μεταφορικά)χάνομαι στην πορεία, χάνομαι στο δρόμο περίφρ
on a collision course (with [sth]) exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (military: about to collide) (κυριολεκτικά)σε πορεία σύγκρουσης περίφρ
 The two ships were on a collision course, and collided.
on a collision course (with [sb]) exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (disagreeing, clashing) (μεταφορικά)σε πορεία σύγκρουσης περίφρ
 His refusal to even listen to other points of view set him on a collision course with nearly everyone he met.
on the increase adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (growing, increasing)σε ανοδική πορεία έκφρ
 Tuberculosis is on the increase, especially among the indigent.
plummet viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (drop, decline rapidly) (μεταφορικά)κατρακυλάω, κατρακυλώ ρ αμ
  (επίσημο)σημειώνω καθοδική πορεία περίφρ
 Temperatures plummeted rapidly throughout the day.
 Ο υδράργυρος κατρακύλησε κατά τη διάρκεια της ημέρας.
 Οι θερμοκρασίες σημείωσαν καθοδική πορεία μέσα στην ημέρα.
reroute [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (plot a different course for)αλλάζω δρομολόγιο, αλλάζω διαδρομή, αλλάζω πορεία ρ εκφρ
schussboomer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (fast downhill skier)σκιέρ σε ευθεία κατηφορική πορεία
sheer viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (nautical: change course)στρίβω ρ αμ
  αλλάζω πορεία περίφρ
  λοξοδρομώ ρ αμ
  (από λάθος)στραβοτιμονιάζω, παρατιμονιάζω ρ αμ
 The boat sheered to starboard.
shipping status nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stage of delivery reached by a consignment)κατάσταση αποστολής περίφρ
  πορεία αποστολής περίφρ
stay the course v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (pursue [sth] to the end) (μεταφορικά)συνεχίζω την πορεία φρ
  (μεταφορικά)ακολουθώ μέχρι τέλους φρ
tack viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (change direction) (μεταφορικά)αλλάζω πορεία περίφρ
  αλλάζω προσέγγιση περίφρ
 The government is tacking in a different direction now.
upswing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (economic upturn) (οικονομία)ανάκαμψη ουσ θηλ
  ανοδική πορεία φρ ως ουσ θηλ
uptrend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (economic upturn)ανοδική πορεία, ανοδική τάση φρ ως ουσ θηλ
upturn nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (economy, etc: improvement)άνοδος, ανοδική πορεία ουσ θηλ
 The economy experienced an upturn when the civil war ended.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση πορεία στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'πορεία'.
Advertisements

Word of the day: Basic+ get

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης