πορεία


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
πορεία walk
  course
  hike
  trajectory
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
course n (direction of travel) (πλοίου)ρότα ουσ θηλ
  (κατεύθυνση)πορεία ουσ θηλ
 The captain changed the ship's course.
 Ο καπετάνιος άλλαξε την ρότα του πλοίου.
 Ο καπετάνιος άλλαξε την πορεία του πλοίου.
parade n (procession in streets)πορεία, πομπή ουσ θηλ
  (εορταστική)παρέλαση ουσ θηλ
 There was a parade to celebrate the home team's victory.
route n (way to a place)διαδρομή, πορεία ουσ θηλ
  δρόμος ουσ αρσ
  δρομολόγιο ουσ ουδ
 The horse knew the route home perfectly.
progression n (progress) (σε τόπο)μετάβαση, πορεία ουσ θηλ
  (σε στόχο)πρόοδος, εξέλιξη ουσ θηλ
 Our progression to the summit was hampered by bad weather.
trajectory n (path of [sth] set in motion) (ελαφρά πιο επιστημονικό)τροχιά ουσ θηλ
  πορεία ουσ θηλ
 The sudden death of her husband changed the trajectory of Millie's life.
development n (progress of a project, etc.)εξέλιξη, πορεία, πρόοδος ουσ θηλ
 The development of the project has continued for four months.
 Η εξέλιξη (or: πορεία) του έργου συνεχίστηκε για τέσσερις μήνες.
movement n (vehicles: transit)πορεία ουσ θηλ
 The movement of the convoy took three days.
 Η πορεία του κονβόι διήρκησε τρεις μέρες.
heading n (direction of vessel)πορεία ουσ θηλ
 The navigator calculated the heading for the captain.
course n (trajectory)τροχιά, πορεία ουσ θηλ
 She traced the arrow's course through the air.
procession n (act of moving forward)πορεία ουσ θηλ
 Our procession was hampered by several rockslides.
 Η πορεία μας εμποδίστηκε από αρκετές κατολισθήσεις.
course n (progress)πορεία, πρόοδος ουσ θηλ
 We're pleased with the course of this business.
march n (military: movement)πορεία ουσ θηλ
 The march through the fields lasted four days.
 Η πορεία μέσα από τα χωράφια διήρκησε τέσσερις μέρες.
development n (progression of an illness) (νόσου)πορεία ουσ θηλ
  εξέλιξη ουσ θηλ
 The cancer's development was slow and painful.
build-up,
build-up to [sth]
n
figurative (gradual approach to high point) (μέχρι κάτι, ως κάτι)πορεία, εξέλιξη ουσ θηλ
 I'll be watching the build-up to the big game on the sports channel.
course,
course of action
n
figurative (path of action) (μεταφορικά)πορεία,ρότα ουσ θηλ
  (μεταφορικά)δρόμος ουσ αρσ
  (μτφ, λόγιος)οδός ουσ θηλ
 It's hard to know which course to take in life.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
going n (trail or route conditions)διαδρομή ουσ θηλ
  πορεία ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)δρόμος ουσ αρσ
 The going's good as far as the river, then it gets heavy.
line n (route, direction) (μεταφορικά)πορεία ουσ θηλ
 Follow the line of the mountains and you will get to the town.
 Ακολούθησε την πορεία των βουνών και θα βρεθείς στην πόλη.
career n UK (progress generally)πορεία ουσ θηλ
 Ray was an "A" student throughout his school career.
journey n figurative (progress, passage)πορεία ουσ θηλ
 Her journey to wealth was rapid.
march n figurative (advancement)εξέλιξη ουσ θηλ
  πρόοδος ουσ θηλ
  (μεταφορικά)πορεία ουσ θηλ
  (επίσημο, μτφ: ιστορία)ρους ουσ αρσ
 The march of technological progress is inevitable.
 Η εξέλιξη της τεχνολογικής προόδου είναι αναπόφευκτη.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Αυτά είναι τα γεγονότα που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας.
march n (demonstration)πορεία ουσ θηλ
 The protest march included both students and workers.
 Η πορεία των διαδηλωτών περιλάμβανε φοιτητές και εργαζομένους.
path n (course, line)διαδρομή, πορεία ουσ θηλ
  πέρασμα ουσ ουδ
 The path through the landmines is tricky. Follow the map closely.
path n figurative (orbit)τροχιά, πορεία ουσ θηλ
 The comet's path will take it close to earth.
route to [sth] n figurative (way to achieve [sth](μεταφορικά)δρόμος ουσ αρσ
  πορεία ουσ θηλ
 The route to success is hard work.
lane n (shipping)δίαυλος ναυσιπλοΐας φρ ως ουσ αρσ
  θαλάσσια οδός επίθ + ουσ θηλ
  (πιο γενικά)πορεία ουσ θηλ
 During this time of year the shipping lanes were often littered with dangerous icebergs.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
advance vi (move forward)προελαύνω ρ αμ
  προχωρώ ρ αμ
  συνεχίζω την πορεία μου περίφρ
 The invading army was advancing.
along the way adv figurative (in course of events) (μεταφορικά)στη διαδρομή, στη πορεία φρ
 Their marriage has lasted 40 years, with a lot of ups and downs along the way.
 Ο γάμος τους κράτησε 40 χρόνια, με πολλά σκαμπανεβάσματα στην πορεία.
bullish adj informal (expecting price rise)που αναμένει ανοδική πορεία, που αναμένει ανοδική τάση περίφρ
 Analysts are all bullish about the company in the next quarter.
 Οι αναλυτές αναμένουν ανοδική πορεία της εταιρείας για το επόμενο τρίμηνο.
change course v expr (alter one's direction)αλλάζω δρόμο, αλλάζω πορεία, αλλάζω κατεύθυνση περίφρ
 The ship changed course and headed for Durban.
declining adj (economy: in decline) (οικονομία)πτωτικός επίθ
  που βρίσκεται σε πτωτική πορεία περίφρ
 The country's declining economy is causing concern throughout Europe.
downswing n figurative (downward trend) (επίσημο)κάμψη ουσ θηλ
  πτώση ουσ θηλ
  πτωτική πορεία φρ ως ουσ θηλ
downtrend n (steady decrease)πτώση, κάθοδος ουσ θηλ
  πτωτική τάση, καθοδική τάση, πτωτική πορεία, καθοδική πορεία επίθ + ουσ θηλ
fast track n figurative (route to rapid advancement)πορεία ταχείας ανάπτυξης φρ ως ουσ θηλ
 He is on the fast track to a managerial position.
kill [sth] vtr informal, figurative (golf, rugby ball: stop) (σπορ: σταματώ τη μπάλα)σταματώ ρ μ
  (σπορ: σταματώ τη μπάλα)διακόπτω την πορεία φρ
 The squash player killed the ball with a nick.
 Ο παίκτης του σκουός διέκοψε την πορεία της μπάλας με ένα τσίμπημα.
lost in the ether adj figurative (internet, e-mail: disappeared) (μεταφορικά)χάνομαι στην πορεία, χάνομαι στο δρόμο περίφρ
march on [sth] vi + prep (demonstration: to a place)πραγματοποιώ πορεία προς κτ περίφρ
  κάνω πορεία προς κτ περίφρ
 The protesters will march on Downing Street this afternoon.
on a collision course (with [sth]) expr (military: about to collide) (κυριολεκτικά)σε πορεία σύγκρουσης περίφρ
 The two ships were on a collision course, and collided.
on a collision course (with [sb]) expr figurative (disagreeing, clashing) (μεταφορικά)σε πορεία σύγκρουσης περίφρ
 His refusal to even listen to other points of view set him on a collision course with nearly everyone he met.
on the increase adj (growing, increasing)σε ανοδική πορεία έκφρ
 Tuberculosis is on the increase, especially among the indigent.
plummet vi figurative (drop, decline rapidly) (μεταφορικά)κατρακυλάω, κατρακυλώ ρ αμ
  (επίσημο)σημειώνω καθοδική πορεία περίφρ
 Temperatures plummeted rapidly throughout the day.
 Ο υδράργυρος κατρακύλησε κατά τη διάρκεια της ημέρας.
 Οι θερμοκρασίες σημείωσαν καθοδική πορεία μέσα στην ημέρα.
reroute [sth] vtr (plot a different course for)αλλάζω δρομολόγιο, αλλάζω διαδρομή, αλλάζω πορεία ρ εκφρ
schussboomer n US (fast downhill skier)σκιέρ σε ευθεία κατηφορική πορεία
sheer vi (nautical: change course)στρίβω ρ αμ
  αλλάζω πορεία περίφρ
  λοξοδρομώ ρ αμ
  (από λάθος)στραβοτιμονιάζω, παρατιμονιάζω ρ αμ
 The boat sheered to starboard.
shipping status n (stage of delivery reached by a consignment)κατάσταση αποστολής περίφρ
  πορεία αποστολής περίφρ
stay the course v expr figurative, informal (pursue [sth] to the end) (μεταφορικά)συνεχίζω την πορεία φρ
  (μεταφορικά)ακολουθώ μέχρι τέλους φρ
tack vi figurative (change direction) (μεταφορικά)αλλάζω πορεία περίφρ
  αλλάζω προσέγγιση περίφρ
 The government is tacking in a different direction now.
upswing n figurative (economic upturn) (οικονομία)ανάκαμψη ουσ θηλ
  ανοδική πορεία φρ ως ουσ θηλ
uptrend n (economic upturn)ανοδική πορεία, ανοδική τάση φρ ως ουσ θηλ
upturn n (economy, etc: improvement)άνοδος, ανοδική πορεία ουσ θηλ
 The economy experienced an upturn when the civil war ended.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση πορεία στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'πορεία'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: return | ham

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.