πορεία


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
πορεία walk
  course
  hike
  trajectory
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
course n (direction of travel) (πλοίου)ρότα ουσ θηλ
  (κατεύθυνση)πορεία ουσ θηλ
 The captain changed the ship's course.
 Ο καπετάνιος άλλαξε την ρότα του πλοίου.
 Ο καπετάνιος άλλαξε την πορεία του πλοίου.
going n (trail or route conditions)διαδρομή ουσ θηλ
  πορεία ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)δρόμος ουσ αρσ
 The going's good as far as the river, then it gets heavy.
line n (route, direction) (μεταφορικά)πορεία ουσ θηλ
 Follow the line of the mountains and you will get to the town.
 Ακολούθησε την πορεία των βουνών και θα βρεθείς στην πόλη.
career n UK (progress generally)πορεία ουσ θηλ
 Ray was an "A" student throughout his school career.
development n (progression of an illness) (νόσου)πορεία ουσ θηλ
  εξέλιξη ουσ θηλ
 The cancer's development was slow and painful.
journey n figurative (progress, passage)πορεία ουσ θηλ
 Her journey to wealth was rapid.
march n figurative (advancement)εξέλιξη ουσ θηλ
  πρόοδος ουσ θηλ
  (μεταφορικά)πορεία ουσ θηλ
  (επίσημο, μτφ: ιστορία)ρους ουσ αρσ
 The march of technological progress is inevitable.
 Η εξέλιξη της τεχνολογικής προόδου είναι αναπόφευκτη.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτά είναι τα γεγονότα που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας.
march n (demonstration)πορεία ουσ θηλ
 The protest march included both students and workers.
 Η πορεία των διαδηλωτών περιλάμβανε φοιτητές και εργαζομένους.
march n (military: movement)πορεία ουσ θηλ
 The march through the fields lasted four days.
 Η πορεία μέσα από τα χωράφια διήρκησε τέσσερις μέρες.
movement n (vehicles: transit)πορεία ουσ θηλ
 The movement of the convoy took three days.
 Η πορεία του κονβόι διήρκησε τρεις μέρες.
procession n (act of moving forward)πορεία ουσ θηλ
 Our procession was hampered by several rockslides.
 Η πορεία μας εμποδίστηκε από αρκετές κατολισθήσεις.
course n (progress)πορεία, πρόοδος ουσ θηλ
 We're pleased with the course of this business.
course,
course of action
n
figurative (path of action) (μεταφορικά)πορεία,ρότα ουσ θηλ
  (μεταφορικά)δρόμος ουσ αρσ
  (μτφ, λόγιος)οδός ουσ θηλ
 It's hard to know which course to take in life.
course n (trajectory)τροχιά, πορεία ουσ θηλ
 She traced the arrow's course through the air.
development n (progress of a project, etc.)εξέλιξη, πορεία, πρόοδος ουσ θηλ
 The development of the project has continued for four months.
 Η εξέλιξη (or: πορεία) του έργου συνεχίστηκε για τέσσερις μήνες.
kill [sth] vtr informal, figurative (golf, rugby ball: stop) (σπορ: σταματώ τη μπάλα)σταματώ ρ μ
  (σπορ: σταματώ τη μπάλα)διακόπτω την πορεία φρ
 The squash player killed the ball with a nick.
 Ο παίκτης του σκουός διέκοψε την πορεία της μπάλας με ένα τσίμπημα.
advance vi (move forward)προελαύνω ρ αμ
  προχωρώ ρ αμ
  συνεχίζω την πορεία μου περίφρ
 The invading army was advancing.
path n (course, line)διαδρομή, πορεία ουσ θηλ
  πέρασμα ουσ ουδ
 The path through the landmines is tricky. Follow the map closely.
path n figurative (orbit)τροχιά, πορεία ουσ θηλ
 The comet's path will take it close to earth.
demonstration n (public protest)διαδήλωση, πορεία διαμαρτυρίας ουσ θηλ
route n (to somewhere)πορεία, διαδρομή, ρότα ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)δρόμος ουσ αρσ
plummet vi figurative (drop, decline rapidly) (μεταφορικά)κατρακυλάω, κατρακυλώ ρ αμ
  (επίσημο)σημειώνω καθοδική πορεία περίφρ
 Temperatures plummeted rapidly throughout the day.
 Ο υδράργυρος κατρακύλησε κατά τη διάρκεια της ημέρας.
 Οι θερμοκρασίες σημείωσαν απότομη καθοδική πορεία μέσα στην ημέρα.
progression n (progress) (σε τόπο)μετάβαση, πορεία ουσ θηλ
  (σε στόχο)πρόοδος, εξέλιξη ουσ θηλ
 Our progression to the summit was hampered by bad weather.
bullish adj informal (expecting price rise)που αναμένει ανοδική πορεία, που αναμένει ανοδική τάση περίφρ
 Analysts are all bullish about the company in the next quarter.
 Οι αναλυτές αναμένουν ανοδική πορεία της εταιρείας για το επόμενο τρίμηνο.
upturn n (rise)άνοδος, ανοδική πορεία ουσ θηλ
veer vi (car: swerve suddenly) (αυτοκίνητο)αλλάζω απότομα πορεία φρ
 The car veered into the wrong lane and collided with a lorry.
reroute [sth] vtr (plot a different course for)αλλάζω δρομολόγιο, αλλάζω διαδρομή, αλλάζω πορεία ρ εκφρ
upswing n figurative (economic upturn) (οικονομία)ανάκαμψη ουσ θηλ
  ανοδική πορεία φρ ως ουσ θηλ
downswing n figurative (downward trend) (επίσημο)κάμψη ουσ θηλ
  πτώση ουσ θηλ
  πτωτική πορεία φρ ως ουσ θηλ
downtrend n (steady decrease)πτώση, κάθοδος ουσ θηλ
  πτωτική τάση, καθοδική τάση, πτωτική πορεία, καθοδική πορεία επίθ + ουσ θηλ
schussboomer n US (fast downhill skier)σκιέρ σε ευθεία κατηφορική πορεία
uptrend n (economic upturn)ανοδική πορεία, ανοδική τάση φρ ως ουσ θηλ
change course v expr (alter one's direction)αλλάζω δρόμο, αλλάζω πορεία, αλλάζω κατεύθυνση περίφρ
 The ship changed course and headed for Durban.
veer off vi literal (change direction)αλλάζω κατεύθυνση, πορεία ρ μ
along the way adv figurative (in course of events) (μεταφορικά)στη διαδρομή, στη πορεία φρ
 Their marriage has lasted 40 years, with a lot of ups and downs along the way.
 Ο γάμος τους κράτησε 40 χρόνια, με πολλά σκαμπανεβάσματα στην πορεία.
collision course n literal (military: direct path towards enemy) (κυριολεκτικά)πορεία σύγκρουσης ουσ θηλ
 The two ships were on a collision course, and collided.
collision course n figurative (course leading to conflict with another) (μεταφορικά)πορεία σύγκρουσης ουσ θηλ
 His refusal to even listen to other points of view set him on a collision course with nearly everyone he met.
on the increase adj (growing, increasing)σε ανοδική πορεία έκφρ
 Tuberculosis is on the increase, especially among the indigent.
fast track n figurative (route to rapid advancement)πορεία ταχείας ανάπτυξης φρ ως ουσ θηλ
 He is on the fast track to a managerial position.
lost in the ether adj figurative (internet, e-mail: disappeared) (μεταφορικά)χάνομαι στην πορεία, χάνομαι στο δρόμο περίφρ
shipping status n (stage of delivery reached by a consignment)κατάσταση αποστολής περίφρ
  πορεία αποστολής περίφρ
stay the course v expr figurative, informal (pursue [sth] to the end) (μεταφορικά)συνεχίζω την πορεία φρ
  (μεταφορικά)ακολουθώ μέχρι τέλους φρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση πορεία στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'πορεία'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης