προκυπτω


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
arise vi figurative (occur)δημιουργούμαι, προκύπτω, παρουσιάζομαι ρ αμ
  ανακύπτω ρ αμ
 We do not anticipate that any problems will arise.
 Δεν περιμένουμε να δημιουργηθούν προβλήματα.
arise from [sth],
arise out of [sth]
vi + prep
(result)προκύπτω από κτ ρ αμ + πρόθ
 Several complications arose from the surgery.
come vi (appear)έρχομαι ρ αμ
  προκύπτω ρ αμ
 The rain came from nowhere.
come about vi phrasal (happen)προκύπτω, συμβαίνω ρ αμ
 Dave's idea to start his own business came about after he lost his job.
come up vi phrasal figurative (topic: be raised, mentioned) (μεταφορικά)προκύπτω/έρχομαι στην κουβέντα έκφρ
 The senator knew that questions about his campaign would come up.
come up vi phrasal figurative (problem: occur, appear)προκύπτω, παρουσιάζομαι ρ αμ
derive from [sth] vi + prep (have as origin)προέρχομαι από κτ, προκύπτω από κτ ρ αμ + πρόθ
  (μεταφορικά)πηγάζω από κτ ρ αμ + πρόθ
 The company derives from an idea the partners had when they were students.
develop vi (come into being)προκύπτω ρ αμ
 Trouble will develop if the crowd is not dispersed.
 Θα προκύψουν προβλήματα αν το πλήθος δεν διαλυθεί.
emerge vi (come to notice)προκύπτω, εμφανίζομαι ρ αμ
  αποκαλύπτομαι ρ αμ
  (μεταφορικά)βγαίνω στο φως έκφρ
 The trial had to be adjourned when new evidence emerged.
ensue from [sth] vi + prep (be a result or consequence of) (από κτ, μετά από κτ)προκύπτω ρ αμ
  (μετά από κτ)επακολουθώ, ακολουθώ ρ αμ
 The changes that ensued from the meetings between the council and local residents really improved the area.
eventuate vi (result)προκύπτω ρ αμ
  συμβαίνω τελικά
follow vtr (result from)προκύπτω ρ αμ
 Can any good follow this?
follow from [sth] vtr phrasal insep (come as a logical result)προκύπτω από κτ ρ αμ + πρόθ
  συνάγομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 This logically follows from the given evidence.
follow on vi phrasal (be a consequence)προκύπτω ως συνέπεια ρ αμ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 It follows on that any rise in taxes must be accompanied by an improvement in services.
grow from [sth] vi + prep (develop, arise) (από κάτι)αναπτύσσομαι ρ αμ
  προκύπτω ρ αμ
 The business grew from a small family firm to a multimillion pound business.
issue from [sth] vi + prep (arise due to [sth](από, λόγω, εξαιτίας κλπ)προκύπτω ρ αμ
  εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι ρ αμ
 Many problems issued from that decision.
issue from [sth] vi + prep (be accrued)προέρχομαι από κτ ρ αμ + προθ
  προκύπτω από κτ ρ αμ + προθ
 A lot of profits issued from the investment.
occur vi (happen) (συμβαίνω)προκύπτω ρ αμ
 This problem has only occurred once.
 Το πρόβλημα έχει προκύψει μόνο μία φορά.
occur vi (exist) (υπάρχω)προκύπτω ρ αμ
 Does this colour actually occur in nature?
 Προκύπτει αυτό το χρώμα στη φύση;
originate from [sth] vi + prep (come from)προέρχομαι, πηγάζω, εκπηγάζω, προκύπτω ρ αμ
 Where on earth did that idea originate from?
originate in [sth] vi + prep (start in a place)προέρχομαι, πηγάζω, εκπηγάζω, προκύπτω ρ αμ
 Human civilisation was thought to originate in the area around the Tigris and Euphrates rivers.
originate in [sth] vi + prep (begin development from)προέρχομαι, πηγάζω, εκπηγάζω, προκύπτω ρ αμ
pop up vi phrasal figurative, informal (emerge)προκύπτω ρ αμ
  (καθομιλουμένη, εμφατικός τύπος)προκύπτω στο ξεκάρφωτο περίφρ
 You never know what's going to pop up when you're talking to crazy Fred.
 Ποτέ δεν ξέρεις τι θα προκύψει όταν μιλάς στον τρελο-Φρεντ.
proceed from [sth] vi + prep (be caused by) (από κάτι)προκύπτω, απορρέω, προέρχομαι ρ αμ
 Her delusions proceed directly from her schizophrenia.
result vi (be the outcome)είμαι το αποτέλεσμα ρ έκφρ
  (από κάτι)προκύπτω ρ αμ
  (για κάτι αρνητικό)είμαι η συνέπεια ρ έκφρ
 Our success results from our cooperation as a team.
rise from [sth] vi + prep (emerge from)ανέρχομαι, ανεβαίνω, ξεπροβάλλω, προβάλλω, προκύπτω ρ αμ
 The mythological bird, the phoenix, was said to rise from its ashes.
 Ο φοίνικας, το πουλί της μυθολογίας, λέγεται πως ξεπρόβαλλε από τις στάχτες του.
spawn from [sth] vi + prep figurative (be produced) (μεταφορικά)γεννιέμαι από κτ ρ αμ + πρόθ
  προκύπτω από κτ ρ αμ + πρόθ
 A great many books and films have spawned from his original story idea.
stem from [sth] vtr phrasal insep (be caused by)προκύπτω, προέρχομαι, απορρέω ρ αμ
 These problems stem from the terrorist attack a few years ago.
 Αυτά τα προβλήματα προέρχονατι από την τρομοκρατική επίθεση πριν μερικά χρόνια.
supervene vi formal (be subsequent, unexpected)προκύπτω ρ αμ
  επέρχομαι ρ αμ
  ανακύπτω ρ αμ
surface vi figurative (emerge) (μεταφορικά)βγαίνω στην επιφάνεια περίφρ
  εμφανίζομαι, προκύπτω ρ αμ
  (μεταφορικά, λόγιος)αναδύομαι ρ αμ
 Ned thought he had fixed all the problems with the program, but new ones kept surfacing.
transpire vi (happen, occur)προκύπτω ρ αμ
  συμβαίνω ρ αμ
 If such a thing should transpire, call me right away.
 Αν προκύψει κάτι τέτοιο, πάρε με τηλέφωνο αμέσως.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση προκυπτω στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'προκυπτω'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: task | reek

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.