προσβαλλω


WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
contest [sth] vtr (issue: dispute)αμφισβητώ ρ μ
  (επίσημο: νομική)προσβάλλω ρ μ
 The doctor contested the malpractice lawsuit.
insult [sb] vtr (offend with words)προσβάλλω ρ μ
 Kyle insulted Dan when he called him a ninny.
offend [sb] vtr (annoy, anger)προσβάλλω ρ μ
  είμαι προσβλητικός για κπ ρ έκφρ
 The comedian's jokes are in bad taste and offend the audience.
offend [sb] vtr (hurt feelings)προσβάλλω ρ μ
  (μεταφορικά)πληγώνω ρ μ
 Matthew offended Susan with his unkind remarks.
roast vtr (honour and make fun of [sb])περιγελώ, περιπαίζω ρ μ
  (πιο έντονο)προσβάλλω ρ μ
vituperate vtr (rebuke, criticize) (κάνω παρατήρηση)επιπλήττω ρ μ
  επικρίνω, ψέγω ρ μ
  (έντονη επίπληξη)επιτιμώ, στηλιτεύω ρ μ
  (θίγω)προσβάλλω ρ μ
insult [sb] vtr (offend)προσβάλλω ρ μ
 Karen offended her grandmother when she forgot to send her a thank you card. Amanda offended her boss by making a rude gesture at him.
offend [sth] vtr (violate, transgress)προσβάλλω ρ μ
 This book offends the morals of our community.
slight [sb] vtr (snub)προσβάλλω, θίγω ρ μ
  υποτιμώ, μειώνω ρ μ
 Peter didn't like John and slighted him at every opportunity.
derogate [sb] vtr (disparage, denigrate)υποτιμώ, υποβιβάζω, μειώνω ρ μ
  (υπόληψη)προσβάλλω, θίγω ρ μ
fling abuse at [sb] v expr informal (insult [sb] aggressively)προσβάλλω, βρίζω ρ μ
 The football players flung abuse at the opposing team after a flagrant foul.
put to shame vtr (cause to look inferior)ντροπιάζω, εξευτελίζω, προσβάλλω, κάνω κάποιον να φαίνεται κατώτερος ρ μ
 Your generous apology puts me to shame for being so hot-tempered.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση προσβαλλω στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'προσβαλλω'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης