προσβαλλω

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'προσβαλλω'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
strike vtr (attack)επιτίθεμαι ρ.μετ.
   (επίσημο)προσβάλλω ρ.μετ.
 The bear struck without warning.
 Η αρκούδα επιτέθηκε χωρίς προειδοποίηση.
 * Ο εχθρός προσέβαλε την πόλη με πυρά χωρίς προειδοποίηση.
insult vtr (with words)  (με λόγια)προσβάλλω ρ.μετ.
offend vtr (annoy, anger)  (ενοχλώ)προσβάλλω ρ.μετ.
snub vtr (show disrespect: [sth])  (κάτι)προσβάλλω ρ.μετ.
contest vtr (dispute)αμφισβητώ, προσβάλλω ρ.μετ.
offend vtr (feelings)  (αισθήματα)πληγώνω, προσβάλλω ρ.μετ.
slight vtr (show disrespect)προσβάλλω, θίγω, μειώνω, ταπεινώνω ρ.μετ.
snub vtr (show disrespect: [sb])  (κάποιον)προσβάλλω, ταπεινώνω ρ.μετ.
aggrieve [sb] vtr (offend or afflict)θλίβω, λυπώ ρ μ
  ταλαιπωρώ ρ μ
   (για νόσο)πλήττω, προσβάλλω ρ μ
derogate [sb] vtr (disparage, denigrate)υποτιμώ, υποβιβάζω, μειώνω ρ μ
   (δικαίωμα)αποστερώ ρ μ
   (υπόληψη)προσβάλλω, θίγω ρ μ
fling abuse at [sb] v informal (insult [sb] aggressively)προσβάλλω, βρίζω ρ.μετ.
 The football players flung abuse at the opposing team after a flagrant foul.
put to shame vtr (cause to look inferior)ντροπιάζω, εξευτελίζω, προσβάλλω, κάνω κάποιον να φαίνεται κατώτερος ρ.μετ.
 Your generous apology puts me to shame for being so hot-tempered.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'προσβαλλω' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'προσβαλλω'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.