σαββάτων


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

σαββάτο:

Η λέξη/φράση είναι υπό μετάφραση και θα προστεθεί σύντομα.
Αν δεν βρίσκετε κάποια μετάφραση, μπορείτε να κάνετε ερώτηση στο φόρουμ.
Ζητάμε συγγνώμη για την ταλαιπωρία.

Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
All Souls' Day n (Christian calendar: 2nd November)Ψυχοσάββατο, Σάββατο των ψυχών ουσ ουδ
Holy Saturday n (day before Easter Sunday)Μεγάλο Σάββατο ουσ ουδ
 The disciples were in mourning on Holy Saturday because Jesus was dead.
Sabbath n (day of worship and rest) (γενικά)μέρα ξεκούρασης, έβδομη ημέρα φρ ως ουσ θηλ
  (Χριστιανισμός)Κυριακή ουσ θηλ κύρ
  (Ιουδαϊσμός)Σάββατο ουσ θηλ κύρ
Σχόλιο: Αναφέρεται στην έβδομη ημέρα της εβδομάδας, που αποτελεί μέρα ξεκούρασης.
Sabbath n (Jews and some Christians: Saturday) (θρησκεία, Ιουδαϊσμός)Σάββατο ουσ ουδ κύρ
 Jews observe the Sabbath on Saturday.
Sabbath day n (religion: weekly day of rest)ιουδαϊκό Σαββάτο ουσ ουδ
 Sunday is the Christian sabbath day.
Saturday n (day of the week)Σάββατο ουσ ουδ
 Saturday is considered the last day of the week in some countries.
 Σε μερικές χώρες το Σάββατο θεωρείται τελευταία μέρα της βδομάδας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση σαββάτων στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'σαββάτων'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: return | ham

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.