σαββάτων


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Saturday n (day of the week)Σάββατο ουσ ουδ
 Saturday is considered the last day of the week in some countries.
 Σε μερικές χώρες το Σάββατο θεωρείται τελευταία μέρα της βδομάδας.
Sabbath n (day of worship and rest) (θρησκεία)Σάββατο ουσ ουδ κύρ
Sabbath n (Jews and some Christians: Saturday) (θρησκεία, Ιουδαΐσμός)Σάββατο ουσ ουδ κύρ
All Souls' Day n (Christian calendar: 2nd November)Ψυχοσάββατο, Σάββατο των ψυχών ουσ ουδ
Holy Saturday n (day before Easter Sunday)Μεγάλο Σάββατο ουσ ουδ
 The disciples were in mourning on Holy Saturday because Jesus was dead.
Sabbath day n (religion: weekly day of rest)ιουδαϊκό Σαββάτο ουσ ουδ
 Sunday is the Christian sabbath day.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση σαββάτων στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'σαββάτων'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης