σνομπ


WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
σνομπ snob
  snobbish
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
snob n (arrogant person)σνομπ επίθ άκλ
  υπερόπτης ουσ αρσ/θηλ
  (καθομιλουμένη, μτφ)ψώνιο ουσ ουδ
precious adj pejoratie (affected) (καθομιλουμένη)μη μου άπτου έκφρ
  (καθομιλουμένη)σνομπ επίθ άκλ
 We don't have to invite David to dinner, do we? He's so precious!
snobbish,
snobby
adj
(attitude: superior) (συμπεριφορά)υπεροπτικός, σνομπ επίθ
 The neighbours are avoiding us because they're snobbish.
 Οι γείτονες μας αποφεύγουν επειδή είναι σνομπ.
snobbish,
snobby
adj
(person: pretentious) (άτομο)υπερόπτης, σνομπ ουσ αρσ
  υπερόπτισσα, σνομπ ουσ θηλ
 Their college-age son's a snobbish little brat.
 Ο γιος τους, που είναι σε ηλικία να πάει στο πανεπιστήμιο, είναι υπερόπτης και κακομαθημένος.
snooty adj informal (person: snobbish)ακατάδεκτος, υπεροπτικός επίθ
  ψηλομύτης, σνομπ ουσ αρσ
  ψηλομύτα, σνομπ ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση σνομπ στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'σνομπ'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης