σνομπ

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'σνομπ'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
snob n (arrogant person)σνομπ επίθ.
Note: σνομπ: άκλιτο, ξενικό
snobby adj (snobbish, pretentious)σνομπ επίθ.
Note: σνομπ: άκλιτο, ξενικό
snobbish adj (attitude: superior)  (συμπεριφορά)υπεροπτικός, σνομπ επίθ.
Note: σνομπ: άκλιτο, ξενικό
snobbish adj (person: pretentious)  (άτομο)υπερόπτης, σνομπ ουσ.αρ.
  υπερόπτισσα, σνομπ ουσ.θηλ.
Note: σνομπ: άκλιτο, ξενικό
snooty adj (person: snobbish)ακατάδεκτος, υπεροπτικός επίθ.
  ψηλομύτης, σνομπ ουσ.αρ.
  ψηλομύτα, σνομπ ουσ.θηλ.
Note: σνομπ: άκλιτο, ξενικό
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'σνομπ' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'σνομπ'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.