σνομπ


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
σνομπ snob
  snobbish
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
snobbish,
snobby
adj
(attitude: superior)σνομπ επίθ άκλ
  (συμπεριφορά)υπεροπτικός επίθ
  (άτομο)υπερόπτης επίθ
 The neighbours are avoiding us because they're snobbish.
 Οι γείτονες μας αποφεύγουν επειδή είναι σνομπ.
snooty adj informal (snobbish, superior)ακατάδεκτος επίθ
  σνομπ επίθ άκλ
  (άτομο)ψηλομύτης, υπερόπτης επίθ
  (συμπεριφορά)υπεροπτικός επίθ
 Mrs. Kitson is difficult to get along with because her attitude is so snooty.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
precious adj pejorative (affected) (καθομιλουμένη)μη μου άπτου έκφρ
  (καθομιλουμένη)σνομπ επίθ άκλ
 We don't have to invite David to dinner, do we? He's so precious!
snob n (socially pretentious person)σνομπ επίθ άκλ
  υπερόπτης ουσ αρσ/θηλ
  (καθομιλουμένη, μτφ)ψώνιο ουσ ουδ
 Harriet is a snob; she only wants to be friends with upper-class people and she looks down her nose at everyone else.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση σνομπ στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'σνομπ'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: avoid | piss

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.