σνομπ

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'σνομπ'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
snob n (arrogant person)σνομπ επίθ.
Σχόλιο: σνομπ: άκλιτο, ξενικό
snobbish,
snobby
adj
(attitude: superior) (συμπεριφορά)υπεροπτικός, σνομπ επίθ.
 The neighbours are avoiding us because they're snobbish.
 Οι γείτονες μας αποφεύγουν επειδή είναι σνομπ.
snobbish,
snobby
adj
(person: pretentious) (άτομο)υπερόπτης, σνομπ ουσ.αρ.
  υπερόπτισσα, σνομπ ουσ.θηλ.
 Their college-age son's a snobbish little brat.
 Ο γιος τους, που είναι σε ηλικία να πάει στο πανεπιστήμιο, είναι υπερόπτης και κακομαθημένος.
snooty adj informal (person: snobbish)ακατάδεκτος, υπεροπτικός επίθ.
  ψηλομύτης, σνομπ ουσ.αρ.
  ψηλομύτα, σνομπ ουσ.θηλ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση σνομπ στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'σνομπ'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης