στρέφω

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
στρέφω turn
  point [sth] at [sb/sth]
  direct [sth] to [sb/sth]
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
redirect [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (change direction of) (σε άλλη κατεύθυνση)στρέφω ρ μ
  ανακατευθύνω ρ μ
 The street was blocked, so Daniel redirected the car.
steer vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (towards option) (μεταφορικά: προς κτ)κατευθύνω, οδηγώ, στρέφω ρ μ
  (μεταφορικά: προς κτ)προσανατολίζω ρ μ
redirect [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (emotion, effort: rechannel) (σε άλλη κατεύθυνση: μτφ)στρέφω ρ μ
 This year I will redirect my fear and try something new.
turn over vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (roll or flip over)γυρίζω, στρέφω, αναποδογυρίζω ρ μ
redirect [sth] into [sth] vtr + prep figurative (emotion, effort: rechannel into) (μεταφορικά)ανακατευθύνω ρ μ
  (σε κάτι άλλο)στρέφω ρ μ
 After getting fired, Holly redirected her anger into purpose and started her own company.
fix [sth],
fix [sth] on [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(attention: direct) (την προσοχή μου σε κάτι)συγκεντρώνω, εστιάζω, προσηλώνω ρ μ
  στρέφω ρ μ
 Now fix your attention on the tallest player.
 Τώρα συγκέντρωσε την προσοχή σου στον ψηλότερο παίκτη.
 Τώρα στρέψε την προσοχή σου στον ψηλότερο παίκτη.
sight [sth] towards [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (weapon: aim) (κάτι με κάτι)στοχεύω, σημαδεύω ρ μ
  (κάτι προς/σε κάτι)στρέφω ρ μ
 He sighted the arrow towards the target.
 Σημάδεψε το στόχο με το βέλος.
 Έστρεψε το βέλος προς το στόχο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
point [sth] at [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (aim) (κάποιον με κάτι)σημαδεύω ρ μ
  (γυρίζω κάτι προς κάποιον)στρέφω ρ μ
  (καθομιλουμένη)δείχνω ρ μ
 Don't point that knife at me.
 Μη με σημαδεύεις με το όπλο.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Είμαι έτοιμος να στρέψω το όπλο μου εναντίον όποιου μου επιτεθεί.
steer [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (take in particular direction) (μεταφορικά)κατευθύνω, στρέφω, οδηγώ ρ μ
 Patrick soon steered the conversation around to his favourite topic.
swivel [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (turn on pivot)στρέφω, περιστρέφω ρ μ
  στρίβω, γυρίζω ρ μ
 Belinda swivelled the arm of the crane into position.
swivel [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (rotate)στρέφω, περιστρέφω ρ μ
  στρίβω, γυρίζω ρ μ
 Henry caught hold of Rick's arm and swivelled him to face the house.
direct [sth] to [sb] vtr + prep (aim: remarks) (σε κάποιον)στρέφω ρ μ
  απευθύνω ρ μ
 You should direct your criticisms to the person responsible.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
not blink at [sth] vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (be shocked, disapproving) (μεταφορικά)κλείνω τα μάτια σε κτ έκφρ
  (μεταφορικά)στρέφω αλλού το βλέμμα μπροστά σε κτ έκφρ
convert [sb] to [sth] vtr + prep (make [sb] adopt new religion)προσηλυτίζω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
  μεταστρέφω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)στρέφω κπ προς κτ ρ μ + πρόθ
 Because she was worried about my soul, she kept trying to convert me to her religion.
look to [sb] vi + prep (turn to [sb])κοιτάζω προς ρ αμ + πρόθ
  στρέφω το βλέμμα μου σε περίφρ
 Sue looked to her side and she could see a tall figure standing by the wall.
move to [sth] vi + prep (turn attention to) (καθομιλουμένη: σε κτ)πάω, προχωράω ρ μ
  στρέφω την προσοχή έκφρ
 I want to move to the question of how we are to finance this project.
 Θέλω να πάμε στην ερώτηση του πώς θα χρηματοδοτήσουμε αυτό το έργο.
set [sb] against [sb/sth] vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (cause to oppose [sb] or [sth])στρέφω κπ εναντίον κάποιου, στρέφω κπ κατά κάποιου περίφρ
 Please don't set him against me by spreading rumors that I talk about him behind his back.
spotlight [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (direct spotlight onto)φωτίζω ρ μ
  (κατά λέξη)στρέφω τον προβολέα σε κπ/κτ περίφρ
 The technician spotlighted the actor.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση στρέφω στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'στρέφω'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης