στραμπουλίζω


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
sprain [sth] vtr (injure muscle) (μυός)εξαρθρώνω, στραμπουλίζω ρ μ
  (καθομιλουμένη)τραβάω ρ μ
wrench [sth] vtr (twist) (απότομα, βίαια)εξαρθρώνω κτ, στραμπουλίζω κτ ρ μ
  (για απλό στρίψιμο)στρίβω κτ ρ μ
 Frank wrenched his ankle playing football.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση στραμπουλίζω στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'στραμπουλίζω'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης