συνεργάτης


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
συνεργάτης co-worker, coworker
  partner, affiliate
  collaborator
  co-operator, cooperator
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
contributor n (contributing writer)συνεργάτης ουσ αρσ/θηλ
  αρθρογράφος ουσ αρσ/θηλ
 All of our contributors are freelancers.
 Όλοι οι συνεργάτες μας είναι ελεύθεροι επαγγελματίες.
collaborator n (contributor, co-worker)συνεργάτης ουσ αρσ
 One of the collaborators for the article is a Nobel prize winner.
coworker,
co-worker
n
(colleague)συνάδελφος ουσ αρσ/θηλ
  (καθομιλουμένη)συναδέλφισσα ουσ θηλ
  συνεργάτης, συνεργάτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (λόγιο)συνεργάτις ουσ θηλ
bedfellow n figurative (associate, partner)που πάνε μαζί περίφρ
  που πάνε πακέτο έκφρ
  συνεργάτης, συνεργάτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  σύντροφος ουσ αρσ/θηλ
 This sentence is not a translation of the original sentence. Πολιτική και διαφθορά συχνά πάνε μαζί (or: πάνε πακέτο).
cooperator n (collaborator)συνεργάτης, συνεργάτις ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)συνεργάτιδα ουσ θηλ
pardner n US, regional, slang (partner) (δουλειά)συνέταιρος, συνεταίρος, συνεργάτης ουσ αρσ/θηλ
  (φιλία ή ερωτική σχέση)σύντροφος ουσ αρσ/θηλ
  (χορός, παιχνίδι κλπ)παρτενέρ ουσ αρσ/θηλ
Σχόλιο: παρτενέρ: ξενικό, άκλιτο
co-worker n (colleague)συνεργάτης, συνεργάτιδα ουσ αρσ/θηλ
  συνάδελφος ουσ αρσ/θηλ
  (λόγιος)συνεργάτις ουσ θηλ
  (καθομ, ανεπίσημο)συναδέλφισσα, συνεργάτρια, συνεργάτισσα ουσ θηλ
 Sally and a co-worker were discussing a problem at the office water cooler.
teammate,
team mate,
team-mate
n
mainly US (work: colleague) (εργασία)συνάδελφος, συνάδερφος ουσ αρσ/θηλ
  συνεργάτης, συνεργάτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (επίσημο, λόγιο)συνεργάτις ουσ θηλ
 My teammate on the project is sick this week.
 Ο συνάδελφος, με τον οποίο έχουμε αναλάβει από κοινού το πρότζεκτ, είναι άρρωστος αυτή την εβδομάδα.
partner in crime n figurative, informal (close associate)συνεργάτης, συνεργάτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  στενός συνεργάτης, στενή συνεργάτιδα επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
 Lovely to see you again, my dear. And is this gentleman your partner in crime?
affiliate n (person: associate)συνεργάτης ουσ αρσ/θηλ
  (λόγιος)συνεργάτις, συνεργάτιδα ουσ θηλ
 An affiliate has not yet been assigned to your case.
associate n (low-level job title)συνεργάτης, συνεργάτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 An associate will be with you in a moment.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
colleague n (co-worker)συνάδελφος, συνάδερφος ουσ αρσ/θηλ
  (καθομιλουμένη)συναδέλφισσα, συναδέρφισσα ουσ θηλ
  (πιο σύγχρονος όρος)συνεργάτης ουσ αρσ/θηλ
  (λόγιος)συνεργάτιδα, συνεργάτις ουσ θηλ
 I had lunch with two colleagues today.
mate n (colleague, team member)συνάδερφος, συνάδελφος, συνεργάτης ουσ αρσ/θηλ
  (καθομιλουμένη: γυναίκα)συναδέρφισσα, συναδέλφισσα ουσ θηλ
  (λόγιος: γυναίκα)συνεργάτις, συνεργάτιδα ουσ θηλ
 Laura's work mate quit last week.
teammate,
team-mate,
team mate
n
figurative (partner)συνεργάτης, συνεργάτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Parents should be teammates instead of fighting each other.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
co-author,
coauthor
n
(joint writer)συν-συγγραφέας, συσσυγραφέας ουσ αρσ/θηλ
  συνεργάτης συγγραφέα φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  (άρθρο)συν-συντάκτης ουσ αρσ/θηλ
  (πιο απλά)ένας από τους συντάκτες, ένας από τους συγγραφείς περίφρ
 Tim's co-author is one of his university colleagues.
contractor n (non-employee)εξωτερικός συνεργάτης επίθ + ουσ αρσ/θηλ
 The government employs contractors for security overseas.
outworker n (employee: works from home)εξωτερικός συνεργάτης ουσ αρσ
subcontractor n ([sb] working for contractor) (επίσημο)υπεργολάβος ουσ αρσ/θηλ
  εξωτερικός συνεργάτης επίθ + ουσ αρσ/θηλ
 Catherine works as a subcontractor at the Centers for Disease Control.
third-party contractor n (external freelancer or consultant)εξωτερικός συνεργάτης επίθ + ουσ αρσ/θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση συνεργάτης στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'συνεργάτης'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: joke | drape

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.