σφυγμοί της καρδιάς


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
heart rate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rhythm of the heart)καρδιακός ρυθμός ουσ αρσ
  καρδιακοί παλμοί, σφυγμοί της καρδιάς ουσ αρσ πλ
 Your heart rate increases when you exercise.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση σφυγμοί της καρδιάς στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'σφυγμοί της καρδιάς'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ groom

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης