σφυγμοί της καρδιάς

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
heart rate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rhythm of the heart)καρδιακός ρυθμός ουσ αρσ
  καρδιακοί παλμοί, σφυγμοί της καρδιάς ουσ αρσ πλ
 Your heart rate increases when you exercise.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση σφυγμοί της καρδιάς στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'σφυγμοί της καρδιάς'.
Advertisements

Word of the day: Word of the Day Holiday Poem Contest

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης