τιμολόγιο


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
τιμολόγιο invoice
  bill
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
invoice n (itemized statement of charges) (λογαριασμός)τιμολόγιο ουσ.ουδ.
 The invoice covered all charges for the month of March.
 Το τιμολόγιο κάλυπτε όλες τις χρεώσεις για το μήνα Μάρτιο.
invoicing n (billing: for goods, services)τιμολόγιο ουσ.ουδ.
invoice vtr (present an invoice)δίνω τιμολόγιο περίφρ
  (καθομιλουμένη)κόβω τιμολόγιο περίφρ
 Please invoice my company for the charges.
credit note n (voucher with cash value)πιστωτικό τιμολόγιο ουσ.ουδ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση τιμολόγιο στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'τιμολόγιο'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης