τιμολόγιο


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
τιμολόγιο invoice
  bill
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
invoice n (itemized statement of charges) (λογαριασμός)τιμολόγιο ουσ ουδ
 The invoice covered all charges for the month of March.
 Το τιμολόγιο κάλυπτε όλες τις χρεώσεις για το μήνα Μάρτιο.
tariff n (utilities: rates)τιμή ουσ θηλ
  τιμολόγιο ουσ ουδ
  (ανεπ, μτφ, μειωτικό)ταρίφα ουσ θηλ
 The electricity company said they could offer Helen a better tariff.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
credit note n (voucher with cash value)πιστωτικό τιμολόγιο ουσ ουδ
invoice vtr (present an invoice)δίνω τιμολόγιο περίφρ
  (καθομιλουμένη)κόβω τιμολόγιο περίφρ
 Please invoice my company for the charges.
outstanding invoice n (bill still to be paid)ανεξόφλητο τιμολόγιο επίθ + ουσ ουδ
  εκκρεμές τιμολόγιο επίθ + ουσ ουδ
  ανεξόφλητος λογαριασμός επίθ + ουσ αρσ
  εκκρεμής λογαριασμός επίθ + ουσ αρσ
 Please settle all outstanding invoices before the end of the month.
sliding scale n (prices: according to income) (τιμών)αναλογική κλίμακα επίθ + ουσ θηλ
  κλιμακωτό τιμολόγιο επίθ + ουσ ουδ
 The local clinic uses a sliding scale so I can afford their services.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση τιμολόγιο στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'τιμολόγιο'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: show | nap

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.