τρελαμένος

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'τρελαμένος'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
keen adj esp UK (enthusiastic)ενθουσιώδης, μανιώδης, παθιασμένος επίθ.
   (καθομιλουμένη)τρελαμένος επίθ
 Do you like romantic comedies? Personally, I'm not keen.
  Είναι ενθουσιώδης (or: μανιώδης, or: παθιασμένος) κηπουρός. Πού τον βρίσκεις πού τον χάνεις, όλο κάτι κάνει στον κήπο του.Αυτή η πρόταση δεν αποτελεί μετάφραση της αγγλικής.
  Μην περιμένεις να έρθει για καφέ, είναι τρελαμένος με το καινούργιο του χόμπυ.Αυτή η πρόταση δεν αποτελεί μετάφραση της αγγλικής.
delirious adj informal (wildly joyful)  (μεταφορικά)χαρούμενος, ξέφρενος επίθ.
   (μεταφορικά)τρελαμένος επίθ.
crazed adj (deranged)  (υποτιμητικό)τρελαμένος, παλαβωμένος επίθ.
   (μεταφορικά)πειραγμένος, αρπαγμένος επίθ.
 A crazed man emerged from the wreckage.
 Ένας παλαβωμένος άνθρωπος ξεπρόβαλε από τα συντρίμμια.
addicted adj (compulsively interested)  (με εμμονή σε κάτι)εθισμένος, εξαρτημένος μτχ πρκ
  μανιώδης, μανιακός επίθ
   (αργκό: μεταφορικά)κολλημένος, βαρεμένος, τρελαμένος μτχ πρκ
 She's addicted to a new TV series about crime investigation.
nutty adj informal (enthusiastic: about sthg)  (μεταφορικά)ενθουσιασμένος, παθιασμένος, τρελαμένος επίθ.
frenzied adj (wild, crazed)ξέφρενος, τρελαμένος επίθ.
mad about prep informal (passionate about)  (παθιασμένος για)τρελός για, παλαβός για, τρελαμένος με επίθ.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'τρελαμένος' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'τρελαμένος'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.