τρελαμένος

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
frenzied adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (wild, crazed)ξέφρενος, τρελαμένος επίθ
 People in developed countries live life at a frenzied pace.
keen adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." esp UK (enthusiastic)ενθουσιώδης, μανιώδης, παθιασμένος επίθ
  (καθομιλουμένη)τρελαμένος επίθ
 Do you like romantic comedies? Personally, I'm not keen.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Είναι ενθουσιώδης (or: μανιώδης, or: παθιασμένος) κηπουρός. Πού τον βρίσκεις πού τον χάνεις, όλο κάτι κάνει στον κήπο του.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μην περιμένεις να έρθει για καφέ, είναι τρελαμένος με το καινούργιο του χόμπυ.
addicted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (compulsively interested) (με εμμονή σε κάτι)εθισμένος, εξαρτημένος μτχ πρκ
  μανιώδης, μανιακός επίθ
  (αργκό: μεταφορικά)κολλημένος, βαρεμένος, τρελαμένος μτχ πρκ
 She's addicted to a new TV series about crime investigation.
delirious adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (wildly joyful) (μεταφορικά)χαρούμενος, ξέφρενος επίθ
  (μεταφορικά)τρελαμένος επίθ
 At her wedding, Sophie was delirious with happiness.
daft about [sth/sb] adj + prep mainly UK, informal (person: infatuated) (με κάποιον/κάτι)ξετρελαμένος, τρελαμένος μτχ πρκ
 Becca is totally daft about her new teacher.
freak nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (person: excessive interest) (ανεπ, μτφ: με κάτι)κολλημένος, τρελαμένος μτχ πρκ
 Josh is a science fiction freak; he knows more about the genre than anyone else.
nutty adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (enthusiastic: about sthg) (μεταφορικά)ενθουσιασμένος, παθιασμένος, τρελαμένος επίθ
 I am nutty about country music; I can't get enough!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
besotted by [sb],
besotted with [sb]
adj + prep
(infatuated) (μεταφορικά)τρελός για κπ επίθ + πρόθ
  (μεταφορικά)τρελαμένος με κπ, ξετρελαμένος με κπ μτχ πρκ + πρόθ
 Gary is besotted by Evie and would do anything for her.
crazy about [sth],
crazy for [sth]
adj + prep
slang (enthusiastic) (αργκό)τρελαμένος με κτ, πωρωμένος με κτ, κολλημένος με κτ μτχ πρκ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)που τρελαίνεται για κτ περίφρ
 My youngest boy's just crazy about basketball.
enamored of [sth],
UK: enamoured
adj + prep
US (infatuated with [sth](μεταφορικά)ερωτευμένος με κτ μτχ πρκ + πρόθ
  τρελαμένος με κτ μτχ πρκ + πρόθ
 Ever since high school, I've been completely enamored of history.
nut nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, as suffix (person: fan, enthusiast)λάτρης ουσ αρσ/θηλ
  (καθομιλουμένη)που έχει τρέλα με κτ, που είναι τρελαμένος με κτ περίφρ
 Brian is a coffee nut; he won't talk about anything else.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση τρελαμένος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'τρελαμένος'.
Advertisements

Word of the day: Intermediate+ stroke

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης