τρελαμένος


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
frenzied adj (wild, crazed)ξέφρενος, τρελαμένος επίθ
 People in developed countries live life at a frenzied pace.
keen adj esp UK (enthusiastic)ενθουσιώδης, μανιώδης, παθιασμένος επίθ
  (καθομιλουμένη)τρελαμένος επίθ
 Do you like romantic comedies? Personally, I'm not keen.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Είναι ενθουσιώδης (or: μανιώδης, or: παθιασμένος) κηπουρός. Πού τον βρίσκεις πού τον χάνεις, όλο κάτι κάνει στον κήπο του.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μην περιμένεις να έρθει για καφέ, είναι τρελαμένος με το καινούργιο του χόμπυ.
addicted adj (compulsively interested) (με εμμονή σε κάτι)εθισμένος, εξαρτημένος μτχ πρκ
  μανιώδης, μανιακός επίθ
  (αργκό: μεταφορικά)κολλημένος, βαρεμένος, τρελαμένος μτχ πρκ
 She's addicted to a new TV series about crime investigation.
delirious adj informal (wildly joyful) (μεταφορικά)χαρούμενος, ξέφρενος επίθ
  (μεταφορικά)τρελαμένος επίθ
 At her wedding, Sophie was delirious with happiness.
daft about [sth/sb] adj + prep mainly UK, informal (person: infatuated) (με κάποιον/κάτι)ξετρελαμένος, τρελαμένος μτχ πρκ
 Becca is totally daft about her new teacher.
freak n informal (person: excessive interest) (ανεπ, μτφ: με κάτι)κολλημένος, τρελαμένος μτχ πρκ
 Josh is a science fiction freak; he knows more about the genre than anyone else.
nutty adj informal (enthusiastic: about sthg) (μεταφορικά)ενθουσιασμένος, παθιασμένος, τρελαμένος επίθ
 I am nutty about country music; I can't get enough!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
GreekEnglish
besotted by [sb],
besotted with [sb]
adj + prep
(infatuated) (μεταφορικά)τρελός για κπ επίθ + πρόθ
  (μεταφορικά)τρελαμένος με κπ, ξετρελαμένος με κπ μτχ πρκ + πρόθ
 Gary is besotted by Evie and would do anything for her.
crazy about [sth],
crazy for [sth]
adj + prep
slang (enthusiastic) (αργκό)τρελαμένος με κτ, πωρωμένος με κτ, κολλημένος με κτ μτχ πρκ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)που τρελαίνεται για κτ περίφρ
 My youngest boy's just crazy about basketball.
enamored of [sth],
UK: enamoured
adj + prep
US (infatuated with [sth](μεταφορικά)ερωτευμένος με κτ μτχ πρκ + πρόθ
  τρελαμένος με κτ μτχ πρκ + πρόθ
 Ever since high school, I've been completely enamored of history.
nut n informal, as suffix (person: fan, enthusiast)λάτρης ουσ αρσ/θηλ
  (καθομιλουμένη)που έχει τρέλα με κτ, που είναι τρελαμένος με κτ περίφρ
 Brian is a coffee nut; he won't talk about anything else.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση τρελαμένος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'τρελαμένος'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: view | notch

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.