τρελαμένος


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
keen adj esp UK (enthusiastic)ενθουσιώδης, μανιώδης, παθιασμένος επίθ.
  (καθομιλουμένη)τρελαμένος επίθ
 Do you like romantic comedies? Personally, I'm not keen.
 * Είναι ενθουσιώδης (or: μανιώδης, or: παθιασμένος) κηπουρός. Πού τον βρίσκεις πού τον χάνεις, όλο κάτι κάνει στον κήπο του.
 * Μην περιμένεις να έρθει για καφέ, είναι τρελαμένος με το καινούργιο του χόμπυ.
delirious adj informal (wildly joyful) (μεταφορικά)χαρούμενος, ξέφρενος επίθ.
  (μεταφορικά)τρελαμένος επίθ.
crazed adj (deranged) (υποτιμητικό)τρελαμένος, παλαβωμένος επίθ.
  (μεταφορικά)πειραγμένος, αρπαγμένος επίθ.
 A crazed man emerged from the wreckage.
 Ένας παλαβωμένος άνθρωπος ξεπρόβαλε από τα συντρίμμια.
addicted adj (compulsively interested) (με εμμονή σε κάτι)εθισμένος, εξαρτημένος μτχ πρκ
  μανιώδης, μανιακός επίθ
  (αργκό: μεταφορικά)κολλημένος, βαρεμένος, τρελαμένος μτχ πρκ
 She's addicted to a new TV series about crime investigation.
nutty adj informal (enthusiastic: about sthg) (μεταφορικά)ενθουσιασμένος, παθιασμένος, τρελαμένος επίθ.
frenzied adj (wild, crazed)ξέφρενος, τρελαμένος επίθ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση τρελαμένος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'τρελαμένος'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης