τσιμπούκι


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
ΕλληνικάΑγγλικά
τσιμπούκι blowjob, head
  pipe
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fellatio n (oral sex on penis) (στοματικός έρωτας σε πέος)πεολειχία ουσ θηλ
  (ανεπίσημο)πεοθηλασμός ουσ αρσ
  (αργκό, χυδαίο)πίπα ουσ θηλ
  (αργκό, χυδαίο)τσιμπούκι, ψωλορούφι ουσ ουδ
 The arrestee was performing fellatio on the police officer.
blowjob n slang (fellatio) (αργκό, μεταφορικά)πίπα ουσ θηλ
  (αργκό, μεταφορικά)τσιμπούκι ουσ ουδ
 He gave me a quick blowjob and then begged off lunch.
 Μου έκανε μια πίπα στα γρήγορα και μετά δεν έφαγε μεσημεριανό.
 Μου έκανε ένα τσιμπούκι στα γρήγορα και μετά δεν έφαγε μεσημεριανό.
bong n (pipe for smoking drugs) (κυρ: για ναρκωτικά)πίπα ουσ θηλ
  τσιμπούκι ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, καθώς ο ελληνικός όρος δεν υπονοεί τη χρήση για ναρωτικά και χρήζει διευκρίνισης.
blow job n slang, vulgar (oral sex on a male) (αργκό, χυδαίο)πίπα ουσ θηλ
  (αργκό, χυδαίο)τσιμπούκι ουσ ουδ
pipe n (smoking)πίπα ουσ θηλ
  (παλαιό, ανεπίσημο)τσιμπούκι ουσ ουδ
 Sonia's grandfather smokes a pipe.
 Ο παππούς της Σόνιας καπνίζει μια πίπα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
go down vi phrasal slang (give oral sex) (αργκό, χυδαίο)παίρνω πίπα, παίρνω τσιμπούκι έκφρ
 She won't have sex with him but she does let him go down.
hummer n slang, vulgar (fellatio: done while humming to create vibration) (χυδαίο)πίπα με εφέ, τσιμπούκι με εφέ ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Μπορεί να περιγραφεί περιφραστικά.
pay your respects to [sb] v expr (honour [sb] who has died) (χυδαίο, αργκό)παίρνω πίπα, παίρνω τσιμπούκι ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση τσιμπούκι στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'τσιμπούκι'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Πορτογαλικά | Ιταλικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά