υδραυλικός


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
υδραυλικός plumber
  hydraulic
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
plumber n (person who fixes pipes) (επάγγελμα)υδραυλικός ουσ αρσ
 The plumber came to fix the broken pump.
 Ο υδραυλικός ήρθε για να φτιάξει τη χαλασμένη αντλία.
hydraulic adj (water powered)υδραυλικός επίθ
 The power comes from a hydraulic pump.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
GreekEnglish
hydraulic engine n (motor powered by water energy)υδραυλικός κινητήρας έκφρ
hydraulic engineer n (designer of water-flow structures) (εξειδίκευση πολιτικού μηχανικού)υδραυλικός μηχανικός φρ ως ουσ αρσ/θηλ
waterwheel n (wheel powered by water)υδροτροχός ουσ αρσ
  φτερωτή ουσ θηλ
  υδραυλικός τροχός φρ ως ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση υδραυλικός στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'υδραυλικός'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: view | notch

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.