υδραυλικός

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
υδραυλικός plumber
  hydraulic
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
plumber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who fixes pipes) (επάγγελμα)υδραυλικός ουσ αρσ
 The plumber came to fix the broken pump.
 Ο υδραυλικός ήρθε για να φτιάξει τη χαλασμένη αντλία.
hydraulic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (water powered)υδραυλικός επίθ
 The power comes from a hydraulic pump.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
hydraulic engine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (motor powered by water energy)υδραυλικός κινητήρας έκφρ
hydraulic engineer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (designer of water-flow structures) (εξειδίκευση πολιτικού μηχανικού)υδραυλικός μηχανικός φρ ως ουσ αρσ/θηλ
waterwheel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wheel powered by water)υδροτροχός ουσ αρσ
  φτερωτή ουσ θηλ
  υδραυλικός τροχός φρ ως ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση υδραυλικός στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'υδραυλικός'.
Advertisements

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης