φίλος


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΕλληνικάΑγγλικά
φίλος friend
  buddy, mate
  pal
  boyfriend, partner
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (closely regarded person)φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλ
 She has lots of friends.
 Έχει πολλούς φίλους.
boyfriend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (male lover, partner) (μτφ: ερωτικός σύντροφος)φίλος ουσ αρσ
  (μεταφορικά: νεανικό)αγόρι ουσ ουδ
  (αργκό, ενίοτε μειωτικό)γκόμενος ουσ αρσ
  (επίσημο)σύντροφος ουσ αρσ/θηλ
 Julie and her boyfriend have been dating for two years.
 Η Τζούλι και ο φίλος της τα έχουν εδώ και δύο χρόνια.
 Η Τζούλι και το αγόρι της τα έχουν εδώ και δύο χρόνια.
 Η Τζούλι και ο γκόμενός της τα έχουν εδώ και δύο χρόνια.
 Η Τζούλι και ο σύντροφός της βγαίνουν εδώ και δύο χρόνια.
buddy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (friend)φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)φιλαράκι ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)κολλητός, κολλητή επίθ ως ουσ αρσ, επίθ ως ουσ θηλ
 Have you met my buddy Kevin?
 Γνώρισες το φιλαράκι μου τον Κέβιν;
companion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (friend)φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (λόγιος)σύντροφος, συντρόφισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The two men have been companions since they were in school together.
 Οι δυο άνδρες είναι φίλοι από τότε που ήταν μαζί στο σχολείο.
fella nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang (man, boy) (καθομιλουμένη)φίλος, φιλαράκος ουσ αρσ
  κολλητός επίθ ως ουσ αρσ
  (αργκό)φιλάρας ουσ αρσ
  (κυρίως στη Β. Ελλάδα)καρντάσης ουσ αρσ
 Hey, fella, can I borrow a dime?
homeboy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (male friend)φίλος ουσ αρσ
 Joe's my homeboy; we hang out all the time.
homey,
homie
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, urban slang (friend)φίλος, φιλαράκος, κολλητός ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)φιλαράκι ουσ ουδ
 I met one of my homeys at the mall.
crony nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, pejorative (friend, associate)φίλος ουσ αρσ
  φιλαράκι ουσ ουδ
Σχόλιο: φιλαράκι: υποκοριστικό του φίλος
 Frank and his cronies have a monopoly on the office supplies.
amigo nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (friend)φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλ
cobber nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. Aus, slang (mate: male friend)φίλος ουσ αρσ
  (μεταφορικά: στενός φίλος)αδελφός ουσ αρσ
  φιλαράκι ουσ ουδ
playfellow nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated (playmate) (για παιδιά)σύντροφος στο παιχνίδι
  (πιο γενικά)φίλος ουσ αρσ
  φίλη ουσ θηλ
wingman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (person: helper) (σπάνιο)αβανταδόρος ουσ αρσ
  (πιο γενικό)φίλος ουσ αρσ
  κολλητός επίθ ως ουσ
  παραστεκάμενος ουσ αρσ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Πρόκειται για τον άντρα που βοηθάει ένα άλλο άντρα να κάνει γνωριμίες με το άλλο φίλο. Προτείνονται ορισμένες εναλλακτικές, αν και συχνά αποδίδεται περιφραστικά.
mate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, AU, informal (friend)φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)φιλενάδα ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)φιλαράκι ουσ ουδ
  (μτφ: μεταξύ αντρών, προσφώνηση)αδερφός, αδελφός ουσ αρσ
 Tom's best mate, Dan, came to visit.
 Ο καλύτερος φίλος του Τομ, ο Νταν, ήρθε για επίσκεψη.
fella nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang (boyfriend)φίλος ουσ αρσ
  (αργκό)γκόμενος ουσ αρσ
 Grace, do you have a fella?
comrade-in-arms,
comrade in arms
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative, informal (companion, buddy, mate) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)φίλος, κολλητός ουσ αρσ
 Bill and Joe have been comrades-in-arms ever since high school.
 Ο Μπιλ και ο Τζο είναι κολλητοί από το γυμνάσιο.
comrade nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (companion, friend) (σπάνιο, παλαιό)σύντροφος, συντρόφισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Hey comrades! Let's go and eat somewhere!
sport nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sb] amenable)φίλος ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)φιλαράκι ουσ ουδ
 Would you be a sport and lend me some money?
sport nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. AU, informal (friendly term of address)φίλος, αδερφός ουσ αρσ
  μεγάλος επίθ ως ουσ αρσ
  φιλαράκι ουσ ουδ
  (τοπικό: βόρεια Ελλάδα)καρντάσης ουσ αρσ
 Hey, sport, can you come help me with this?
 Ε, φιλαράκι, μπορείς να έρθεις να με βοηθήσεις με αυτό;
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] not hostile)φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Friend or foe?
friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] of same group)φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλ
 You shouldn't criticize our nation's friends in times of crisis.
Friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Quaker) (μτφ: Κουάκεροι)Φίλος, Φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Some Friends dislike being called Quakers.
boyfriend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, rare (male friend) (χωρίς ερωτική σχέση)φίλος ουσ αρσ
 Sandra meets her boyfriend Tom for coffee each Sunday.
bud nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (buddy: friend)φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλ
  φιλαράκι ουσ ουδ
  (μτφ: ο καλύτερος φίλος)κολλητός, κολλητή επίθ ως ουσ αρσ, επίθ ως ουσ θηλ
 Oh, that's Sam--he's my bud.
mate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, AU, informal (term of address)φίλος ουσ αρσ
  φιλαράκι ουσ ουδ
 "Alright, mate?" said Ben when he met Adam outside the cinema.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
A friend in need is a friend indeed. exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." ([sb] who helps is real friend)ο καλός ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται περίφρ
 When I was sick you certainly proved the old saying, "A friend in need is a friend indeed."
become friends v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (develop an amicable relationship)γίνομαι φίλος ρ έκφρ
 We started out hating each other, but over time we became friends.
 Αρχικά μισούσαμε ο ένας τον άλλο, αλλά με τον καιρό γίναμε φίλοι.
befriend [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (become friends with)γίνομαι φίλος με κπ, γίνομαι φίλη με κπ ρ έκφρ
  κάνω παρέα με κπ περίφρ
 I've been trying to befriend the new guy in our choir.
best friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (closest companion)καλύτερος φίλος επίθ + ουσ αρσ
  (καθομ, μτφ: άνθρωπος)κολλητός, κολλητή επίθ ως ουσ αρσ, επίθ ως ουσ θηλ
 My dog is my best friend.
 Ο σκύλος μου είναι ο καλύτερός μου φίλος.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Πάντα τηλεφωνώ την κολλητή μου όταν έχω προβλήματα.
bosom buddy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, slang (best friend)καλύτερος φίλος, επιστήθιος φίλος ουσ αρσ
  (μεταφορικά)κολλητός ουσ αρσ
 The girls were bosom buddies until they both got a crush on the same boy.
brother nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (close friend)αδερφικός φίλος φρ ως ουσ αρσ
  (μεταφορικά)αδερφός ουσ αρσ
 Rick is a brother to me.
close friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (intimate acquaintance)στενός φίλος ουσ αρσ
 Tom is a close friend of mine.
 Ο Τομ είναι στενός μου φίλος.
correspondent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (penfriend)φίλος δι' αλληλογραφίας, φίλη δι' αλληλογραφίας φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
 Most of my old correspondents use email now.
devoted friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (close and trusted acquaintance) (καλός φίλος)αφοσιωμένος φίλος, πιστός φίλος ουσ αρσ
  αφοσιωμένη φίλη, πιστή φίλη ουσ θηλ
 Evelyn Waugh was Knox's devoted friend and admirer.
family friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (intimate acquaintance of one's family)οικογενειακός φίλος επίθ + ουσ αρσ
be friends with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (on good or intimate terms with)είμαι φίλος με κπ περίφρ
  (επίσημο)διατηρώ φιλικές σχέσεις με κπ περίφρ
 I'm still friends with my college roommate: we keep in touch regularly.
 Είμαστε ακόμα φίλοι με τον συγκάτοικό μου από το πανεπιστήμιο, τα λέμε τακτικά.
friend in need nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: helps)φίλος που φαίνεται στην ανάγκη, φίλη που φαίνεται στην ανάγκη έκφρ
  φίλος που στέκεται στην ανάγκη, φίλη που στέκεται στην ανάγκη
 When I was made homeless, she was a true friend in need, letting me stay with her for a year.
 Όταν έμεινα άστεγος, ήταν μια πραγματική φίλη που φάνηκε στην ανάγκη, αφήνοντάς με να μείνω μαζί της για ένα χρόνο.
friend in need nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: needs help)φίλος σε ανάγκη, φίλος που έχει ανάγκη περίφρ
 America usually helps her friends in need.
friend of mine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: known, trusted) (άντρας)φίλος μου έκφρ
  (γυναίκα)φίλη μου έκφρ
 Pierre is a good friend of mine.
friendly with adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (on good or intimate terms with)έχω φιλικές σχέσεις με κπ περίφρ
  είμαι φίλος με κπ περίφρ
 I'm friendly with people at work; we get along fine.
 Έχω φιλικές σχέσεις με τους συναδέλφους στη δουλειά. Τα πάμε καλά.
good friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] close, trusted)καλός φίλος ουσ αρσ
 My good friend will always tell me the truth, and always in a kind way.
great friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] loved and trusted)καλός φίλος έκφρ
 He was a great friend of mine and I will sorely miss him.
hook up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." slang, figurative (form a connection) (φιλική σχέση)γίνομαι φίλος περίφρ
  (ερωτική σχέση)τα φτιάχνω έκφρ
  (παλαιό)τακιμιάζω ρ αμ
 My wife and I first hooked up when we were in high school.
 Η γυναίκα μου κι εγώ τα πρωτοφτιάξαμε όταν ήμασταν στο γυμνάσιο.
intimate acquaintance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (close friend)πολύ καλός φίλος, καρδιακός φίλος, κολλητός έκφρ
 Emma is my intimate acquaintance.
intimate friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] close, confidant)καλός φίλος, έμπιστος έκφρ
 He's the kind of intimate friend to whom I could tell all my secrets.
intimate with [sb] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (close friends: with [sb])είμαι στενός φίλος με περίφρ
  είμαι πολύ φίλος με περίφρ
  συνδέομαι με στενή φιλία με περίφρ
my friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated (informal address)ο φίλος μου ουσ αρσ
pen pal,
pen-pal,
penpal,
also UK: penfriend,
pen-friend,
pen friend
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(friend with whom one corresponds)φίλος δι' αλληλογραφίας, φίλη δι' αλληλογραφίας φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
 When I was a child, I had a penpal in Mexico to whom I wrote letters.
 Όταν ήμουν παιδί είχα έναν φίλο δι' αλληλογραφίας από το Μεξικό, στον οποίο έγραφα γράμματα.
playmate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (childhood friend)παιδικός φίλος έκφρ
  σύντροφος στο παιχνίδι έκφρ
 Cindy and Betty were childhood playmates.
soul mate,
soulmate
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal ([sb] with whom you have deep affinity) (για φιλική σχέση)αδερφικός φίλος, αδερφική φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  (για σχέση γενικότερα)αδερφή ψυχή φρ ως ουσ θηλ
 Some people believe that each and everyone of us has a soul mate.
 Ορισμένοι πιστεύουν ότι ο καθένας έχει μια αδερφή ψυχή.
trusted friend nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] one can confide in)έμπιστος φίλος ουσ αρσ
 You feel hurt when a trusted friend lets you down. Sharon is my most trusted friend, I can tell her anything.
 Πληγώνεσαι όταν ένας έμπιστος φίλος σε απογοητεύει. Η Σάρον είναι η πιο έμπιστη μου φίλη. Μπορώ να της πω τα πάντα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση φίλος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'φίλος'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Πορτογαλικά | Ιταλικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Πολωνικά | Ρουμανικά | Τσέχικα | Τουρκικά | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: guest | cheapskate

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης